Νέα έρευνα: Όσοι ανάρρωσαν από τον κορωνοϊό κινδυνεύουν να αντιμετωπίζουν επί χρόνια σημαντικά προβλήματα υγείας

Σύμφωνα με τα μέχρι στιγμής δεδομένα, εκτιμάται πως περισσότεροι από ένα εκατομμύριο άνθρωποι παγκοσμίως, έχουν «νικήσει» τον κορωνοϊό, αλλά αυτή «μάχη» ενδεχομένως να είναι η πρώτη από εκείνες που θα κληθούν μελλοντικά να δώσουν. 

Ορισμένοι πρώην ασθενείς αναφέρουν δυσχέρεια στην αναπνοή, κόπωση και πόνους στο σώμα μήνες μετά τη μόλυνσή τους από τον φονικό κορωνοϊό με τα σχεδόν 290.000 θύματα παγκοσμίως .

​Όπως έδειξαν μελέτες μικρής κλίμακας στην Ουχάν της Κίνας και το Χονγκ Κονγκ κάποιοι επιζώντες αντιμετωπίζουν προβλήματα όσον αφορά στη λειτουργία των πνευμόνων τους, της καρδιάς και του ήπατος.

​Όπως έχει διαπιστωθεί, ο κορωνοϊός επιτίθεται σε διάφορα συστήματα του οργανισμού, πέραν του αναπνευστικού, προκαλώντας βλάβες από τα μάτια μέχρι τα δάκτυλα των κάτω άκρων, την κοιλιακή χώρα και τα νεφρά.

​Τα ανοσοποιητικά συστήματα των ασθενών μπορεί να υπεραντιδράσουν για να καταπολεμήσουν τη μόλυνση επιδεινώνοντας τη ζημιά που έχει ήδη γίνει.

Αν και οι ερευνητές βρίσκονται ακόμη σε αρχικό στάδιο όσον αφορά στην παρακολούθηση μακροπρόθεσμα της υγείας των ιαθέντων από τον κορωνοϊό, προηγούμενες επιδημίες που είχαν προκαλέσει παρόμοιοι ιοί, δείχνουν ότι οι επιπτώσεις για την υγεία μπορεί να διαρκέσουν πάνω από μια δεκαετία.

​Σύμφωνα με μια μελέτη επιζώντες του SARS αντιμετώπιζαν συχνότερα λοιμώξεις του αναπνευστικού, είχαν υψηλότερα επίπεδα χοληστερίνης και αρρώσταιναν συχνότερα για έως και 12 χρόνια μετά την επιδημία που προσέβαλε 8.000 ανθρώπους και προκάλεσε το θάνατο σχεδόν 800 εξ’ αυτών στην Ασία το 2003.

Με το νέο κορωνοϊό SARS-CoV-2 να έχει ήδη μολύνει πάνω από τέσσερα εκατ. ανθρώπους – και να συνεχίζει να καλπάζει – οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στην υγεία μπορεί να αποτελέσουν μεγάλη δοκιμασία και για τα συστήματα υγείας, πρόνοιας και κοινωνικών ασφαλίσεων επί χρόνια, κάτι που επεσήμανε άλλωστε και ο γιατρός που κούραρε τον Βρετανό πρωθυπουργό Μπόρις Τζόνσον, όταν έδινε τη μάχη με τον κορωνοϊό, και ο οποίος χαρακτήρισε τον ιό «πολυομυελίτιδα της εποχής μας».

​«Τα χρόνια αυτά προβλήματα θα έχουν τεράστιες επιπτώσεις για ασθενείς, τους γιατρούς που τους φροντίζουν και τα συστήματα υγείας», λέει η επιδημιολόγος του Πανεπιστημίου της Βόρειας Καρολίνας, Κίμπερλι Πάουερς, που αναπτύσσει υπολογιστικά μοντέλα για την διασπορά του κορωνοϊού.

Τι δείχνουν οι πρώτες έρευνες για τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της Covid-19 στην υγεία

Οι νοσοκομειακές Αρχές του Χονγκ Κονγκ παρακολουθούν μια ομάδα ασθενών της Covid-19 επί έως και δύο μήνες μετά το εξιτήριό τους από το νοσοκομείο και διαπίστωσαν ότι περίπου στους μισούς εκ των ιαθέντων η λειτουργία των πνευμόνων ήταν κάτω από τα φυσιολογικά επίπεδα, όπως είπε ο διευθυντής του Κέντρο Λοιμωδών Νοσημάτων του Νοσοκομείου Princess Margarte, Όουεν Τσανγκ.

Αλλά και στην Ουχάν της Κίνας, όπου πρωτοεμφανίστηκε ο νέος κορωνοϊός, η ανάλυση δειγμάτων αίματος 25 ασθενών που ανέρρωσαν αποκάλυψε ότι δεν είχε αποκατασταθεί πλήρως η φυσιολογική λειτουργία τους ανεξάρτητα από τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων.

​Σε μια άλλη μελέτη, οι αξονικές τομογραφίες 90 ασθενών στην Ουχάν, αποκάλυψαν ότι από τους 70 που πήραν εξιτήριο από το νοσοκομείο, οι 66 είχαν μέτριες έως σημαντικές δυσλειτουργίες στους πνεύμονές τους.

​Στο μεταξύ έρευνα γιατρών του Ιατρικού Κέντρου Cedars-Sinai του Λος Άντζελες βάσει δεδομένων από ασθενείς στην Ιταλία και την Κίνα, η οποία δημοσιεύθηκε στις αρχές του περασμένου Μήνα, έδειξε ότι ακόμη και μετά την ανάρρωσή τους ασθενείς μπορεί να αντιμετωπίσουν καρδιακές επιπλοκές λόγω επίμονης φλεγμονής.

Τι είχε συμβεί σε ασθενείς που ανέρρωσαν από το SARS

Γιατροί κι ερευνητές μελετούν τι συνέβη με την επιδημία του SARS για να αντλήσουν χρήσιμα συμπεράσματα για τις πιθανές επιπτώσεις της Covid-19. Ορισμένοι εκ των ιαθέντων αντιμετώπισαν μακροχρόνια προβλήματα χρόνια μετά τη μόλυνσή τους από τον κορωνοϊό, που ανήκει στην ίδια οικογένεια με τον SARS-CoV-2.

Ερευνητές στην Κίνα εξέτασαν 25 ασθενείς του SARS 12 χρόνια μετά τη μόλυνσή τους συγκρίνοντας τις αναλύσεις τους με εκείνες μιας ομάδας που δεν είχε κολλήσει τον ιό και βρήκαν ότι περισσότεροι από τους μισούς ιαθέντες αντιμετώπισαν αργότερα νέα λοίμωξη του αναπνευστικού κι είχαν υψηλότερα επίπεδα χοληστερίνης.

​Πέραν τούτου οι μισοί εξ’ αυτών κρυολόγησαν τουλάχιστον πέντε φορές το 2016, ενώ ούτε μία φορά εκείνοι που δεν είχαν μολυνθεί από τον ιό του SARS, όπως ανέφερε η έρευνα που δημοσιεύτηκε προ τριετίας.

Οι κοινωνικές επιπλοκές

H κατανόηση των τρόπων με τους οποίους η Covid-19 επηρεάζει και μετά την ανάρρωση του ασθενούς τον οργανισμό του μπορεί να αποτελέσει χρήσιμο εργαλείο τόσο για τις κυβερνήσεις στο σχεδιασμό των προϋπολογισμών των συστημάτων υγείας, πρόνοιας και κοινωνικών ασφαλίσεων, όσο και για τους γιατρούς που παρακολουθούν μακροπρόθεσμα ασθενείς και τις επιχειρήσεις που σχεδιάζουν τις πολιτικές αναρρωτικών αδειών.

​Πρόκειται για θέματα μεγάλης σημασίας αφού πολλοί ειδικοί προειδοποιούν για την πιθανότητα να εξελιχθεί ο νέος κορωνοϊός σαν την εποχική γρίπη. Κρατικές οικονομίες και εταιρείες που μελετούν πώς θα επιστρέψουν οι εργαζόμενοι στις δουλειές τους θα χρειαστεί να κατανοήσουν εάν και πώς η Covid-19 επηρεάζει μακροπρόθεσμα την ανθρώπινη υγεία, λένε οι επαϊόντες.

​«Το εύρος του τρόπου που η ασθένεια αυτή επηρεάζει τους ανθρώπους είναι πολύ μεγάλο. Κι οι ενδιαφερόμενοι χρειάζονται ασφαλή δεδομένα που θα τους βοηθήσουν να κατανοήσουν το εύρος και τη διάρκεια των μακροπρόθεσμων επιπτώσεων», λέει η καθηγήτρια επιδημιολογίας του Πανεπιστημίου Columbia, Τζέσικα Τζάστμαν.

Ωστόσο, όπως λέει ο καθηγητής Ιατρικής του Πανεπιστημίου του Χονγκ Κονγκ, Ιβάν Χουνγκ, η έγκαιρη παρέμβαση μπορεί να παίξει ρόλο στη μακροπρόθεσμη εξέλιξη της υγείας των ασθενών του νέου κορωνοϊού.

​Από τους περίπου 200 ασθενείς που κούραρε σε ένα από τα νοσοκομεία της πόλης και πήραν εξιτήριο σχεδόν το 90% έδειξαν να αναρρώνουν πλήρως μετά από έναν μήνα -κάτι που ο ίδιος απέδωσε στην «πρώιμη διάγνωση και έγκαιρη θεραπεία» των ασθενών στο Χονγκ Κονγκ, που αφήνει μικρότερα χρονικά περιθώρια στον κορωνοϊό να προκαλέσει εκτεταμένη βλάβη.

Αν και αυτό δεν είναι εφικτό σε πολλές χώρες, όπου η υποβολή του πληθυσμού σε διαγνωστικά τεστ είναι ανεπαρκής και υποβάλλονται σε θεραπεία μόνον όσοι νοσούν βαριά, ωστόσο οι ειδικοί επισημαίνουν ότι θα χρειαστούν μελέτες ευρείας κλίμακας σε περιοχές με πάρα πολλά κρούσματα για να διαπιστωθούν οι μακροπρόθεσμες συνέπειες της Covid-19. 

«Χρειαζόμαστε μια επιδημιολογική μελέτη που μπορεί να είναι εφικτή σε μέρη όπως η Ουχάν, η Νέα Υόρκη, το Μιλάνο ή το Παρίσι, όπου υπήρξε τεράστιος αριθμός κρουσμάτων με μεγάλη ποικιλία συμπτωμάτων», υπογραμμίζει ο Ρομπέρτο Μπρουτσόνε, επισκέπτης – καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Χονγκ Κονγκ, που εστιάζει την έρευνά του στην κυτταρική βιολογία.