«Γιατί τα παιδιά πρέπει να παίζουν;» γράφει η παιδοψυχολόγος Παυλίδη Σοφία, MSc

«Γιατί τα παιδιά πρέπει να παίζουν;» γράφει η παιδοψυχολόγος Παυλίδη Σοφία, MSc

Είναι κοινώς παραδεχτό από όσους ασχολούνται με παιδιά, ότι μέσα από το παιχνίδι, το παιδί μπορεί και να μάθει και να διασκεδάσει. Δεξιότητες όπως η δημιουργικότητα, η επικοινωνία, η αντίληψη, η μνήμη, η κριτική και η περιέργεια μπορούν να οξυνθούν και να ενδυναμωθούν μέσα από την διαδικασία του παιχνιδιού. Συνεπώς, τα παιδιά πρέπει να παίζουν, διότι το παιχνίδι εκτός από το ότι θα τα ψυχαγωγήσει, θα τα βοηθήσει να ωριμάσουν  συναισθηματικά, αλλά και θα συμβάλλει σημαντικά στην διαδικασία να εξελίξουν και τις γνωστικές τους ικανότητες.

Το παιχνίδι διαφέρει στα βασικά χαρακτηριστικά του ανάλογα με την ηλικία του παιδιού. Έτσι, τα μωρά και τα πολύ μικρά παιδιά παίζουν τον περισσότερο χρόνο μόνα τους, αδιαφορώντας αν υπάρχουν γύρω τους άλλα πρόσωπα. Με την συμπλήρωση του πρώτου χρόνου αρχίζουν δειλά-δειλά να δείχνουν προτίμηση στα παιχνίδια που  απαιτούν κάποια μορφή συνεργασίας. Στα δύο με τρία έτη, τα περισσότερα παιδιά αρχίζουν να προτιμούν το παιχνίδι κοντά σε άλλα παιδιά, ακόμα και αν το καθένα ασχολείται με κάτι διαφορετικό. Το επόμενο στάδιο, αρχίζει μετά τα τρία χρόνια, όταν πλέον τα παιδιά χαίρονται να παίζουν δύο-τρία μαζί σε μικρές παρεούλες. Το πέρασμα στο ομαδικό παιχνίδι γίνεται σταδιακά και εξαρτάται από την προσωπικότητα, τις συνήθειες και την εξοικείωση του παιδιού με την ομάδα.

Το παιχνίδι είναι ένα υγιές μέσο έκφρασης,  το οποίο βοηθά το παιδί να μάθει τον κόσμο, τον εαυτό του, τους ρόλους της ζωής, τις σχέσεις με τους γύρω του. Για αυτό το λόγο, πρέπει να ενισχύουμε στα παιδιά μας όλες τις μορφές παιχνιδιού, και κυρίως το μιμητικό παιχνίδι. Στα παιδιά αρέσει πολύ να υποδύονται τους «μεγάλους».  Όταν μιμούνται πράξεις της καθημερινής ζωής στην ουσία δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να προσπαθούν να τις καταλάβουν καλύτερα. Έτσι, το κορίτσι που κάνει την «μαμά» στην οικογένεια με τις κούκλες της, στην ουσία μαθαίνει να αναλαμβάνει υποχρεώσεις, να έχει ευθύνες φροντίδας και προσπαθεί να καταλάβει γιατί η μαμά της την «μαλώνει» όταν κάνει αταξίες. Από τις αταξίες της κούκλας της- του δικού της παιδιού- αναγνωρίζει ότι η μαμά είχε απόλυτο δίκιο. Ίσως να «μαλώνει» και η ίδια την κούκλα της με τον ίδιο ακριβώς τρόπο.

Επίσης, το παιχνίδι έχει και «θεραπευτικές» ιδιότητες  για τα παιδιά. Πολύ συχνά, καταστάσεις και συναισθήματα που απασχολούν το παιδί και δεν εκφράζονται ξεκάθαρα, βρίσκουν διέξοδο μέσα από την διαδικασία του παιχνιδιού. Δεν είναι λοιπόν παράξενο, ένα παιδί που οι γονείς του πήραν διαζύγιο, να φέρνει το σενάριο αυτό μέσα στο συμβολικό του παιχνίδι, αφήνοντας ελεύθερα εκεί τα συναισθήματα που του προκαλεί το γεγονός αυτό, και που μέχρι τώρα δίσταζε να εκφράσει ανοιχτά.

Για όλους αυτούς τους λόγους, είναι ανάγκη να ενισχύουμε και να ενθαρρύνουμε το παιχνίδι των παιδιών μας. Το παιχνίδι βάζει τα θεμέλια για τα χρόνια που έρχονται, βοηθάει σε ευκολότερη μετάβαση στη εφηβική ηλικία και κατ’ επέκταση στον κόσμο των ενηλίκων.