“Απονομή Χάριτος και Πολιτική Ηθική” – Του Μιχάλη Εμμ. Τεχνίτη, Δικηγόρου στον Αρειο Πάγο Πτυχιούχου του Πανεπιστημίου Αθηνών

Σύμφωνα με το άρθρο 47 του Συντάγματος μας, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει το δικαίωμα, ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης και γνώμη συμβουλίου που συγκροτείται κατά πλειοψηφία από δικαστές, να χαρίζει, να μετατρέπει ή να μετριάζει τις ποινές που επιβάλλουν τα Δικαστήρια, καθώς και να αίρει τις κάθε είδους νόμιμες συνέπειες ποινών που έχουν επιβληθεί και εκτιθεί. Η προβλεπόμενη από το άρθρο αυτό του Συντάγματος χάρις αποτελεί αυτόνομο θεσμό, άλλως ιδιόρρυθμη κυβερνητική πράξη, στη διαδικασία της οποίας μετέχουν το Συμβούλιο Απονομής Χάριτος, ο Υπουργός Δικαιοσύνης και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Η απονομή χάριτος, αποτελεί αρμοδιότητα του Προέδρου της Δημοκρατίας και ασκείται με βάση τη γνώμη του Συμβουλίου Χαρίτων και τη σύμφωνη ή διάφορη με αυτήν πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Η χάρις, μέτρο όλως εξαιρετικό,  έχει προσωπικό χαρακτήρα και απονέμεται μετά από αμετάκλητη καταδίκη, προϋποθέτει δηλαδή απόφαση μη επιδεχόμενη διόρθωση με ένδικο μέσο. Δεν εξαφανίζει την καταδικαστική απόφαση ούτε αίρει το αξιόποινο της πράξεως, ούτε το στίγμα, ενεργεί για το μέλλον και δεν έχει αναδρομική ισχύ.

Έτσι στο παρελθόν απονεμήθηκε χάρις στον  Θεοδόσιο Γ., πατέρα, πολύτεκνης οικογένειας, συμβασιούχο οδοκαθαριστή, ο οποίος  αφού εξέτισε την ποινή του, έκανε αίτηση χάριτος σε ό,τι αφορούσε τις συνέπειες που απέρρεαν από την καταδίκη του και οι οποίες εμπόδιζαν τη δυνατότητα μονιμοποίησής του στο Δήμο, στον οποίο εργαζόταν ως συμβασιούχος οδοκαθαριστής τα δέκα τελευταία χρόνια και ως εκ τούτου κατελαμβάνετο από τις διατάξεις του γνωστού Προεδρικού Διατάγματος Παυλόπουλου 164/2004.

Δυστυχώς στις μέρες μας διαπιστώνεται καταχρηστική εφαρμογή του εξαιρετικού αυτού μέτρου καθώς έχουν εκδοθεί πολλές αποφάσεις που  προκαλούν, όπως συνηθίζεται να λέγεται,  το κοινό περί δικαίου αίσθημα και  κονιορτοποιούν το ποινικό μας σύστημα της επιβολής ποινών, μέσα από τις προβλεπόμενες από το νόμο διαδικασίες ενώπιον των δικαστηρίων.

«Αντί να λειτουργούν αυτές οι αποφάσεις», δήλωσε πριν μερικά χρόνια σε αθηναϊκή εφημερίδα μεγάλης κυκλοφορίας ανώτατος δικαστικός, «όπως προβλέπει το Σύνταγμα, που επιβάλλει την επιεική μεταχείριση από την πολιτεία όσων εγκληματούν, δυστυχώς, πολλές φορές η σχετική διαδικασία έχει μετατρέψει το Συμβούλιο Χαρίτων σε «πλυντήριο» ημετέρων προς διορισμό».

  Αποφάσεις που ξεπερνούν τον κοινωνικό χαρακτήρα της απονομής χάριτος και της άρσης των συνεπειών που παράγουν οι ποινικές καταδίκες, φαίνεται πως εξυπηρετούν, πρωτίστως, λογικές τακτοποίησης ημετέρων, όπως προκύπτει από σχετική απόφαση του Συμβουλίου Χαρίτων που εκδόθηκε πρόσφατα. Ειδικότερα, ενώ με την απόφαση του ο ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  έκρινε ότι είναι ορθή και αιτιολογημένη η καταδικαστική απόφαση για παράβαση καθήκοντος κατ’ εξακολούθηση και από κοινού, σε τέσσερις κατηγορούμενους, μεταξύ των οποίων και ο υποψήφιος Χωρικός Αντιπεριφερειάρχης Δωδεκανήσου με την παράταξη του Γιώργου Χατζημάρκου, κ. Χαράλαμπος Κόκκινος, (στον οποίον επέβαλε ποινή φυλάκισης 5 μήνες), ενώ έκρινε ότι ο δόλος των τεσσάρων αυτών κατηγορουμένων αιτιολογήθηκε  «επαρκώς και εμπεριστατωμένως στην κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου», ενώ έκρινε ενισχυτικό του κοινού δόλου και της παράνομης συμπεριφοράς όλων των κατηγορουμένων και του επιδιωκόμενου σκοπού αυτών για βλάβη συγκεκριμένων πολιτών-υποψηφίων για κατάληψη υπαλληλικής θέσης, σε όφελος άλλων, εν τούτοις, το Συμβούλιο Χαρίτων  γνωμοδότησε θετικά ώστε να δοθεί χάρις από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας στον ένα μόνο  παραπάνω κατηγορούμενο.

Το ζήτημα όμως της καταχρηστικής εφαρμογής του συνταγματικού θεσμού της απονομής χάριτος, λαμβάνει επιπρόσθετη διάσταση, ηθική,  αν το πρόσωπο το οποίο καταφεύγει σε αυτή την διαδικασία για να του απονεμηθεί  η χάρις τυγχάνει πολιτικό πρόσωπο, που επιδιώκει μάλιστα να καταλάβει νευραλγικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο εξουσιαστικό θώκο,  καθόσον  η πολιτική είναι μέρος της ηθικής ενέργειας του ανθρώπου.   Σε αυτή την περίπτωση  η πολιτική  δραστηριότητα  ανάγεται σε εξουσία ως αυτοσκοπό και όχι σε εξουσία για την επίτευξη ενός στόχου που είναι το κοινό καλό(το οποίον όμως όπως αποδείχθηκε με την εναντίον του καταδικαστική απόφαση για παράβαση καθήκοντος κατ’ εξακολούθηση κρίθηκε ότι όχι μόνον δεν υπηρέτησε, αλλά και τιμωρήθηκε γι’ αυτό) . Κατ’ ακολουθία   παρόμοια πολιτική συμπεριφορά οδηγείται από το απόφθεγμα «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα».

Εν κατακλείδι, η χρήση του όλως εξαιρετικού μέτρου του θεσμού της απονομής χάριτός με καταχρηστικό και έξω από τα Συνταγματικά πλαίσια τρόπο, πληγώνει το θεσμό της δημοκρατίας και  το θεμελιώδες δικαίωμα της ίσης μεταχείρισης των πολιτών ενώπιον του νόμου. Ειδικά, δε, όταν αυτό γίνεται σε περιόδους πολιτικής αστάθειας και δυσπιστίας τον πολιτών απέναντι στο κράτος, προσδίδει ακόμα μεγαλύτερο αρνητικό βάρος σε τέτοιου είδους πρακτικές