Η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με μία νέα περίοδο έντονων πιέσεων, καθώς η συνεχιζόμενη ενεργειακή αναταραχή στη Μέση Ανατολή έχει οδηγήσει την τιμή του πετρελαίου προς τα 110 δολάρια το βαρέλι, δημιουργώντας φόβους για νέο κύμα ανατιμήσεων σε καύσιμα, μεταφορές και τρόφιμα.
Παρά το γεγονός ότι οι μεγάλες οικονομίες κατάφεραν μέχρι σήμερα να απορροφήσουν μεγάλο μέρος των κραδασμών, οι δυνατότητες παρέμβασης αρχίζουν να περιορίζονται. Τα αποθέματα μειώνονται, οι εναλλακτικές ενεργειακές οδοί αντιμετωπίζουν προβλήματα και οι γεωπολιτικές εντάσεις εξακολουθούν να επηρεάζουν τις διεθνείς αγορές.
Η ενεργειακή κρίση περνά στην πραγματική οικονομία
Η άνοδος των τιμών δεν περιορίζεται πλέον στα χρηματιστήρια εμπορευμάτων.
Σε αρκετές περιοχές του κόσμου έχουν ήδη καταγραφεί ελλείψεις καυσίμων, προβλήματα στην ηλεκτροδότηση και έντονες κοινωνικές αντιδράσεις.
Στις Φιλιππίνες, ψαράδες αναγκάστηκαν να περιορίσουν τη δραστηριότητά τους λόγω του αυξημένου κόστους καυσίμων, ενώ στο Μπανγκλαντές οι διακοπές ηλεκτροδότησης επηρέασαν τη λειτουργία εργοστασίων. Διαμαρτυρίες για το αυξημένο κόστος έχουν επίσης καταγραφεί σε χώρες της Λατινικής Αμερικής.
Μέχρι στιγμής, ορισμένες κινήσεις των μεγάλων καταναλωτών ενέργειας έχουν αποτρέψει μια ακόμη μεγαλύτερη αύξηση των τιμών.
Η Κίνα, ο μεγαλύτερος εισαγωγέας πετρελαίου παγκοσμίως, περιόρισε τις νέες εισαγωγές και άρχισε να χρησιμοποιεί μέρος των αποθεμάτων της, μειώνοντας προσωρινά τη ζήτηση στη διεθνή αγορά.
Παράλληλα, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ιαπωνία και ευρωπαϊκές χώρες χρησιμοποίησαν ποσότητες από τα στρατηγικά τους αποθέματα για να ενισχύσουν την προσφορά και να περιορίσουν την πίεση στις τιμές.
Τα αποθέματα όμως δεν είναι ανεξάντλητα
Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η στρατηγική δεν μπορεί να συνεχίζεται επ’ αόριστον.
Τα αποθέματα πετρελαίου στις χώρες του ΟΟΣΑ έχουν ήδη υποχωρήσει σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα, περιορίζοντας σταδιακά τη δυνατότητα των κυβερνήσεων να παρεμβαίνουν στις αγορές όταν οι τιμές αυξάνονται απότομα.
Παράλληλα, σημαντικές εναλλακτικές διαδρομές μεταφοράς πετρελαίου στον Περσικό Κόλπο αντιμετωπίζουν προβλήματα λειτουργίας.
Ο πρώην Αμερικανός διπλωμάτης και αξιωματούχος του υπουργείου Ενέργειας Ντέιβιντ Γκόλντουιν εκτιμά ότι οι τιμές μπορεί να παραμείνουν σε επίπεδα 80 έως 100 δολαρίων το βαρέλι τουλάχιστον έως το 2027, εφόσον οι σημερινές συνθήκες συνεχιστούν.
Ο πληθωρισμός επιστρέφει στο προσκήνιο
Η παρατεταμένη άνοδος της ενέργειας μεταφέρεται σταδιακά σε ολόκληρη την οικονομία.
Ακριβότερο πετρέλαιο σημαίνει μεγαλύτερο κόστος στις μεταφορές, στην παραγωγή, στα λιπάσματα και τελικά στις τιμές των τροφίμων και πολλών καθημερινών προϊόντων.
Οι εκτιμήσεις που παρατίθενται στο δημοσίευμα ανεβάζουν τον πληθωρισμό στην Ασία στο 5,2%, από 3% το προηγούμενο έτος, ενώ σε Ευρώπη, Βρετανία και Ηνωμένες Πολιτείες αναμένεται να κινηθεί περίπου στο 3,5% έως 4% τουλάχιστον μέχρι τα μέσα του επόμενου έτους.
Το συγκεκριμένο περιβάλλον δημιουργεί δύσκολο δίλημμα για τις κεντρικές τράπεζες.
Εάν οι πληθωριστικές πιέσεις παραμείνουν ισχυρές, περιορίζεται η δυνατότητα γρήγορης μείωσης των επιτοκίων. Αντίθετα, μια νέα περίοδος ακριβού δανεισμού θα μπορούσε να επιβαρύνει περαιτέρω οικονομίες που ήδη παρουσιάζουν σημάδια επιβράδυνσης.
Πίεση και στα διυλιστήρια
Ένα ακόμη πρόβλημα αφορά τη δυνατότητα του παγκόσμιου συστήματος διύλισης να καλύψει τη ζήτηση.
Οι μειωμένες προμήθειες πετρελαίου και πετρελαϊκών προϊόντων από τη Μέση Ανατολή έχουν περιορίσει τα διαθέσιμα περιθώρια ασφαλείας, ενώ παράλληλα οι επιθέσεις σε ρωσικές εγκαταστάσεις διύλισης έχουν επηρεάσει σημαντικό μέρος της παραγωγικής τους δυνατότητας.
Η αύξηση της τιμής του ντίζελ έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς επηρεάζει άμεσα τις εμπορευματικές μεταφορές, τη γεωργία και μεγάλο μέρος της βιομηχανικής παραγωγής.
Οι φτωχότερες χώρες πληρώνουν βαρύτερο τίμημα
Οι μεγαλύτερες συνέπειες ενός παρατεταμένου ενεργειακού σοκ αναμένεται να εμφανιστούν στις χώρες που εξαρτώνται περισσότερο από εισαγωγές καυσίμων και τροφίμων.
Πολλές αφρικανικές οικονομίες χρειάζονται μεγάλες ποσότητες εισαγόμενης ενέργειας και λιπασμάτων. Η αύξηση του κόστους μπορεί να περιορίσει την αγροτική παραγωγή και να προκαλέσει ακόμη μεγαλύτερη άνοδο των τιμών των τροφίμων.
Παράλληλα, αρκετές κυβερνήσεις αναγκάζονται να δαπανούν δισεκατομμύρια για επιδοτήσεις καυσίμων προκειμένου να προστατεύσουν τα νοικοκυριά.
Η Ιαπωνία και η Ινδονησία έχουν ήδη διαθέσει σημαντικά ποσά για αυτόν τον σκοπό, την ώρα που το αυξανόμενο δημόσιο χρέος αρχίζει να επηρεάζει και τις αγορές ομολόγων.
Το ενεργειακό κόστος αφορά τελικά τους πάντες
Η μεγάλη ανησυχία είναι ότι, ακόμη και χώρες που διαθέτουν μεγαλύτερη ενεργειακή ασφάλεια, δύσκολα μπορούν να μείνουν ανεπηρέαστες εάν η κρίση διαρκέσει.
Όταν οι εμπορικοί εταίροι αντιμετωπίζουν υψηλότερες τιμές, όταν οι μεταφορές γίνονται ακριβότερες και όταν αυξάνεται το κόστος των τροφίμων και της βιομηχανικής παραγωγής, η πίεση περνά σταδιακά σε ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία.
Η μέχρι τώρα ανθεκτικότητα απέναντι στο ενεργειακό σοκ έχει αποφύγει τα δυσμενέστερα σενάρια. Το ερώτημα πλέον είναι για πόσο ακόμη μπορούν κυβερνήσεις, επιχειρήσεις και νοικοκυριά να απορροφούν το αυξανόμενο κόστος χωρίς σοβαρότερες συνέπειες στην ανάπτυξη και την καθημερινή ζωή.
