Μια δραματική αλλαγή στη δημογραφική εικόνα της Ελλάδας καταγράφουν τα νεότερα στοιχεία, με τις γεννήσεις να έχουν περιοριστεί σχεδόν στο μισό σε σχέση με τα επίπεδα των προηγούμενων δεκαετιών.
Μέσα σε αυτή τη γενικότερη υποχώρηση, ωστόσο, τα Δωδεκάνησα αποτελούν μία από τις λίγες περιοχές της χώρας που εξακολουθούν να παρουσιάζουν σαφώς καλύτερη δημογραφική εικόνα, έχοντας ακόμη περισσότερες γεννήσεις από θανάτους.
Τα στοιχεία προέρχονται από έρευνα του αφυπηρετήσαντος καθηγητή Δημογραφίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και διευθυντή του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών, Βύρωνα Κοτζαμάνη, και αποτυπώνουν το μέγεθος της αλλαγής που έχει συντελεστεί τις τελευταίες δεκαετίες.
Από τις 148.000 γεννήσεις στις περίπου 67.000
Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 οι γεννήσεις στην Ελλάδα έφταναν κατά μέσο όρο τις 148.000 ετησίως.
Τη διετία 2024-2025 έχουν πλέον περιοριστεί περίπου στις 67.000 τον χρόνο.
Παράλληλα, έχει αλλάξει σημαντικά και η ηλικία στην οποία οι γυναίκες αποκτούν παιδιά.
Η μέση ηλικία τεκνοποίησης αυξήθηκε από τα 26,2 έτη στα 32,2 έτη, δηλαδή περίπου κατά έξι χρόνια.
Η πτώση συνδέεται και με τη συνεχή μείωση της γονιμότητας. Οι γυναίκες που γεννήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1950 απέκτησαν κατά μέσο όρο περίπου δύο παιδιά, ενώ για τις γενιές που γεννήθηκαν γύρω στο 1985 ο αριθμός έχει πέσει κάτω από το 1,5 παιδί ανά γυναίκα.
Θεαματική επιδείνωση μετά το 2009
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο χαρακτηριστική εάν εξεταστεί η τελευταία δεκαπενταετία.
Το 2008-2009 στην Ελλάδα καταγράφονταν περίπου 117.700 γεννήσεις ετησίως, ενώ το 2024-2025 ο αριθμός περιορίστηκε στις περίπου 66.700.
Πρόκειται για πτώση της τάξης του 42%.
Ένας ακόμη καθοριστικός παράγοντας είναι η σημαντική μείωση των γυναικών ηλικίας 25 έως 44 ετών.
Μέσα στα τελευταία χρόνια ο αριθμός τους έχει περιοριστεί κατά περίπου 480.000 άτομα ή 28%, καθώς πλέον φτάνουν σε αναπαραγωγική ηλικία οι μικρότερες σε πληθυσμό γενιές που γεννήθηκαν μετά τη δεκαετία του 1980.
Τα Δωδεκάνησα στις λίγες εξαιρέσεις
Η δημογραφική εικόνα, πάντως, δεν είναι ίδια σε ολόκληρη τη χώρα.
Σε αρκετές περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας η μείωση των γεννήσεων από το 2009 έως το 2024 ξεπέρασε ακόμη και το 50%.
Θεσπρωτία, Γρεβενά, Φθιώτιδα, Κοζάνη, Ευρυτανία και Φλώρινα καταγράφουν ορισμένες από τις μεγαλύτερες απώλειες.
Αντίθετα, σε αρκετές νησιωτικές περιοχές η υποχώρηση ήταν αισθητά μικρότερη, κάτω από 30%, ενώ σε Κυκλάδες και Ζάκυνθο δεν ξεπέρασε ακόμη και το 15%.
Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι το στοιχείο που αφορά το φυσικό ισοζύγιο.
Τα Δωδεκάνησα ήταν το 2024 μία από τις ελάχιστες περιοχές της Ελλάδας όπου οι γεννήσεις εξακολουθούσαν να είναι περισσότερες από τους θανάτους.
Στην ίδια κατηγορία βρέθηκαν η Ξάνθη, καθώς και οι νομοί Χανίων, Ρεθύμνου και Ηρακλείου.
184 θάνατοι για κάθε 100 γεννήσεις στην Ελλάδα
Το 2009 σε πανελλαδικό επίπεδο αντιστοιχούσαν περίπου 92 θάνατοι για κάθε 100 γεννήσεις.
Το 2024 η σχέση αυτή έχει ανατραπεί πλήρως, καθώς καταγράφονται πλέον 184 θάνατοι για κάθε 100 γεννήσεις.
Σε ορισμένους νομούς της ηπειρωτικής Ελλάδας η κατάσταση είναι ακόμη πιο έντονη, με τον δείκτη να φτάνει έως και τους 276 θανάτους για κάθε 100 γεννήσεις.
Αντίθετα, στα Δωδεκάνησα ο δείκτης παρέμεινε κάτω από το 100, γεγονός που σημαίνει ότι εξακολουθούν να καταγράφονται περισσότερες γεννήσεις από θανάτους.
Γιατί τα νησιά εμφανίζουν μεγαλύτερη αντοχή
Σύμφωνα με τη δημογραφική ανάλυση, οι διαφοροποιήσεις αυτές δεν σχετίζονται μόνο με το πόσα παιδιά αποκτά κάθε οικογένεια.
Καθοριστικό ρόλο παίζει η ηλικιακή σύνθεση του πληθυσμού.
Περιοχές όπως τα Δωδεκάνησα έχουν καταφέρει σε μεγαλύτερο βαθμό να διατηρήσουν νεότερο πληθυσμό, ενώ παράλληλα προσελκύουν εργαζόμενους και οικογένειες τόσο από άλλες περιοχές της Ελλάδας όσο και από το εξωτερικό.
Αυτό σημαίνει ότι διαθέτουν αναλογικά περισσότερες γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας και μικρότερο ποσοστό πολύ ηλικιωμένου πληθυσμού σε σύγκριση με πολλές περιοχές της ηπειρωτικής χώρας.
Αντίθετα, στους νομούς με τις μεγαλύτερες δημογραφικές απώλειες συνδυάζονται η χαμηλή γονιμότητα, η φυγή νεότερων κατοίκων και η έντονη γήρανση του πληθυσμού.
Από θετικό ισοζύγιο σε εκατοντάδες χιλιάδες περισσότερους θανάτους
Η αλλαγή μέσα σε λίγες δεκαετίες είναι εντυπωσιακή.
Την περίοδο 1971-1980 στην Ελλάδα καταγράφηκαν περίπου 638.000 περισσότερες γεννήσεις από θανάτους.
Την επόμενη δεκαετία το πλεόνασμα περιορίστηκε στις 276.000 και στη συνέχεια στις μόλις 22.000.
Μετά το 2010 η εικόνα αντιστράφηκε.
Τη δεκαετία 2011-2020 καταγράφηκαν περίπου 267.000 περισσότεροι θάνατοι από γεννήσεις, ενώ μόνο την πενταετία 2021-2025 το αρνητικό ισοζύγιο εκτιμάται στις περίπου 290.000.
Νέα πτώση αναμένεται μετά το 2045
Οι δημογραφικές προβολές δείχνουν ότι το πρόβλημα δεν σταματά εδώ.
Μεταξύ 2045 και 2060 αναμένεται ένα ακόμη κύμα μείωσης των γεννήσεων, της τάξης του 15%.
Ο βασικός λόγος είναι ότι τότε θα φτάσουν σε αναπαραγωγική ηλικία τα παιδιά που γεννήθηκαν την περίοδο 2010-2029, μία γενιά αριθμητικά πολύ μικρότερη από εκείνη της εικοσαετίας 1990-2009.
Η δημογραφική εξέλιξη της χώρας δείχνει πλέον ξεκάθαρα δύο διαφορετικές ταχύτητες: από τη μία πλευρά μεγάλο τμήμα της ηπειρωτικής Ελλάδας που χάνει γρήγορα πληθυσμό και γερνά και από την άλλη ορισμένες νησιωτικές περιοχές, μεταξύ των οποίων τα Δωδεκάνησα, που προς το παρόν εμφανίζουν σημαντικά μεγαλύτερες αντοχές.
