Μια νέα ανθρώπινη μελέτη προσθέτει ένα σημαντικό κομμάτι στο παζλ του λεγόμενου άξονα εντέρου και εγκεφάλου. Ερευνητές από τα Πανεπιστήμια Surrey και Roehampton διαπίστωσαν ότι η λειτουργική ικανότητα των μικροοργανισμών του εντέρου να παράγουν ή να μεταβολίζουν νευροδραστικές ουσίες συσχετίζεται με τα επίπεδα δύο από τους σημαντικότερους χημικούς αγγελιοφόρους του εγκεφάλου, του GABA και του γλουταμινικού.
Η εργασία δημοσιεύθηκε στις 25 Αυγούστου 2026 στο επιστημονικό περιοδικό Molecular Psychiatry και έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή οι περισσότερες προηγούμενες ενδείξεις για τέτοιους μηχανισμούς προέρχονταν από πειράματα σε ζώα ή από έμμεσες μετρήσεις.Τι ακριβώς μέτρησαν οι επιστήμονες
Οι ερευνητές δεν περιορίστηκαν σε μια απλή καταγραφή των ειδών βακτηρίων που ζουν στο έντερο. Χρησιμοποίησαν μεταγονιδιωματική ανάλυση για να εξετάσουν ποιες βιοχημικές λειτουργίες μπορούσε δυνητικά να εκτελέσει το μικροβίωμα, με έμφαση σε οδούς που σχετίζονται με GABA, γλουταμινικό, λιπαρά οξέα βραχείας αλυσίδας, ινοσιτόλη και άλλες νευροδραστικές ενώσεις.
Παράλληλα, με φασματοσκοπία μαγνητικού συντονισμού πρωτονίων μέτρησαν συγκεντρώσεις GABA και γλουταμινικού σε συγκεκριμένες περιοχές του εγκεφάλου, μεταξύ των οποίων ο ραχιοπλάγιος προμετωπιαίος φλοιός, ο πρόσθιος φλοιός του προσαγωγίου και η κάτω ινιακή έλικα.
Οι συσχετίσεις που εντοπίστηκαν δεν ήταν ίδιες σε ολόκληρο τον εγκέφαλο αλλά διέφεραν ανά περιοχή. Για παράδειγμα, το δυναμικό του μικροβιώματος για αποδόμηση του γλουταμινικού και σύνθεση ινοσιτόλης συνδέθηκε με την ισορροπία διεγερτικών και ανασταλτικών σημάτων στην κάτω ινιακή έλικα. Άλλες μικροβιακές οδοί παρουσίασαν διαφορετικές σχέσεις με GABA και γλουταμινικό σε άλλες περιοχές.Γιατί έχει σημασία η ισορροπία GABA και γλουταμινικού
Το γλουταμινικό αποτελεί τον κυριότερο διεγερτικό νευροδιαβιβαστή του εγκεφάλου, ενώ το GABA δρα κυρίως ανασταλτικά. Η ισορροπία ανάμεσά τους είναι σημαντική για τη φυσιολογική λειτουργία των νευρωνικών δικτύων, τη νευροπλαστικότητα και πολλές γνωστικές λειτουργίες.
Οι ερευνητές πραγματοποίησαν επίσης διερευνητικές αναλύσεις στις οποίες εμφανίστηκαν σχέσεις ανάμεσα στο λειτουργικό δυναμικό του μικροβιώματος και σε δείκτες άγχους, καταθλιπτικών συμπτωμάτων και ποιότητας ύπνου.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι συγκεκριμένα βακτήρια προκαλούν ή θεραπεύουν ψυχικές διαταραχές. Η σημασία της εργασίας βρίσκεται κυρίως στο ότι προσφέρει μετρήσιμα ανθρώπινα δεδομένα που συνδέουν χαρακτηριστικά του εντερικού μικροβιώματος με τη νευροχημεία του εγκεφάλου.Τα σημαντικά όρια της έρευνας
Η μελέτη ήταν παρατηρητική και επομένως μπορεί να καταγράψει συσχετίσεις, όχι να αποδείξει σχέση αιτίας και αποτελέσματος. Επιπλέον, πραγματοποιήθηκε σε υγιείς νεαρές γυναίκες, γεγονός που περιορίζει το κατά πόσο τα ευρήματα μπορούν να γενικευθούν σε άνδρες, μεγαλύτερες ηλικίες ή ανθρώπους με νευρολογικές και ψυχιατρικές παθήσεις.
Η μεταγονιδιωματική ανάλυση δείχνει επίσης ποιες λειτουργίες έχουν τη γενετική δυνατότητα να εκτελέσουν τα μικρόβια και όχι κατ’ ανάγκη πόσο έντονα εκτελούνται αυτές οι λειτουργίες κάθε στιγμή μέσα στο ανθρώπινο έντερο.
Το επόμενο κρίσιμο βήμα είναι μεγαλύτερες και πιο αντιπροσωπευτικές μελέτες, καθώς και πειράματα παρέμβασης που θα εξετάσουν εάν η ελεγχόμενη μεταβολή του μικροβιώματος μπορεί πράγματι να προκαλέσει μετρήσιμες αλλαγές στη χημεία ή στη λειτουργία του εγκεφάλου.
Η πρωτογενής επιστημονική δημοσίευση είναι διαθέσιμη στο Molecular Psychiatry.
Διαβάστε επίσης: Όλα τα νέα της ημέρας στο Rodosreport.gr
Διαβάστε επίσης: Ένα κουστούμι για την Βουλή και ένα για την Περιφέρεια
