Κωδικός «γκρεμίστε τον Μαχαιρίδη» – Γράφει ο Nικήτας Οικονόμου

Παρακολουθώ το νέο μπαράζ εμπαθούς κριτικής (υπάρχει σοβαρή και η έντιμη) στον Γιάννη Μαχαιρίδη, και είναι σαν να βλέπω σκηνές από ταινίες που έχουν παιχτεί και ξαναπαιχτεί, με τους ίδιους σχεδόν πάντα πρωταγωνιστές. Ποτέ δεν με εξέπλητταν, γιατί τους ξέρω… Ξέρω και τα «γιατί» τους… ‘Αλλοι έχουν πρώτο ρόλο, άλλοι δεύτερο.

Μερικοί από τους δευτεροκλασάτους σε αυτό το κόλπο, μοιάζουν με τους αρουραίους που βγαίνουν στο ξέφωτο, μόνο για να υβρίσουν, και μετά επιστρέφουν στις τρύπες τους… Όπως επίσης, έχω άποψη και γνώση, με λεπτομέρειες μάλιστα, για το πώς και γιατί στήνονται εσχάτως διάφορες απατεωνιές…

Είναι συγκεκριμένες οι φυλές αυτών που έχουν εμμονή με τον Μαχαιρίδη κι έχουν συναποφασίσει, μέσα από τις κατά συνθήκη ανίερες συμμαχίες τους, να τον «γκρεμίσουν». Ξύπνιοι, κοιμισμένοι, με αυτό το όνειρο ζουν. Είναι όσοι θα ‘θελαν, ως διά μαγείας, να φύγει επιτέλους από τη μέση για να πάρουν αυτοί σειρά, αλλά πάντα μένουν με την απορία «τι του βρίσκει αυτός ο λαός». Η αναμονή τους εξαγριώνει.

Είναι αυτοί που, αν και χρυσές εφεδρείες των δικών τους κομματικών μηχανισμών, προβάλλονται σαν προϊόντα παρθενογένεσης και εμφανίζουν τον Μαχαιρίδη ως «κομματικό ενεργούμενο». Τόσο «ενεργούμενο» που οι μισοί υπουργοί του κόμματός του θα ήθελαν να έχει πέσει σε κάποιο χαντάκι για να μην τον έχουν μέσα στα πόδια τους και να ακούνε τις «καλημέρες» του…

Είναι και αυτοί που θέλουν τον Μαχαιρίδη «του χεριού» τους. Όταν συνειδητοποιούν ότι αυτό δεν γίνεται, τον μουτζουρώνουν με ό, τι μπορεί να σκαρφιστεί η κούτρα τους…

ΟΤΑΝ ΤΟΝ ΣΥΝΑΝΤΗΣΑ
Κανονικά θα έπρεπε να είχε σπάσει η χολή μου και να είχα πάρει το κολάι παρακολουθώντας τόσο καιρό αυτό το μένος κατά του Μαχαιρίδη. Εργάστηκα κοντά του δέκα χρόνια, από το καλοκαίρι του 2002, όταν διεκδικούσε για πρώτη φορά τη θέση του Νομάρχη Δωδεκανήσου, μέχρι το τέλος του 2012…

Τον γνώρισα από κοντά εκείνον τον Αύγουστο, όταν χτύπησε το τηλέφωνο και μου γινόταν η πρόταση να εργαστώ στο «Γραφείο Τύπου» του Μαχαιρίδη. Μάχιμος τότε δημοσιογράφος στη «Δράση» και στον Παλμό, μου ήταν αδιανόητο να αποδεχθώ μια τέτοια πρόταση. Μέχρι και τον κο Μαριά, τον εργοδότη μου στην εφημερίδα, παρακάλεσα να μεταφέρει στον Μαχαιρίδη ότι «αυτό που ζητά ο άνθρωπος δεν γίνεται». Τελικά, με την παρότρυνση συναδέλφων μου, που δεν θεωρούσαν «αμάρτημα προπατορικό» την απασχόληση σε Γραφείο Τύπου, αποδέχθηκα.

Είχα πάρει πρώτα μια απόφαση, και από τότε την τήρησα κατά γράμμα επί δέκα χρόνια (πλην δυο – τριών φάουλ που κρατώ στα κιτάπια μου, όχι με ιδιαίτερη περηφάνια): ο Μαχαιρίδης δεν θα ‘βλεπε το όνομά του στα κείμενά μου, ούτε βεβαίως και αναφορές κατά των αντιπάλων του. Όπως έχω ξαναπεί, δεν ήταν θέμα «δημοσιογραφικής δεοντολογίας», αλλά προσωπικής τσίπας…

Καλοκαίρι του 2002… Μπαίνω στο εκλογικό κέντρο του Μαχαιρίδη και όσο περιμένω να με δεχθεί, σκέφτομαι διάφορα. Όπως, τι δουλειά έχω εκεί… Ή, πώς θα του πω ότι δεν είμαι κάποιος αφοσιωμένος Πασόκος και δεν θέλω να παρεξηγηθούμε στην πορεία. Μετά από καιρό έμαθα, ότι δεν ρώτησε για μένα, δεν τον ένοιαζε…

Όπως δεν τον ένοιαζε τι κομματικό φουλάρι φορά η πιστή, μέχρι σήμερα, προσωπική του γραμματέας. Δεν τον ένοιαζε καν, πολύ αργότερα, η κομματική ταυτότητα άξιων στελεχών της Νομαρχίας (τα περισσότερα από τον συντηρητικό χώρο) που ο ίδιος αξιολόγησε και τοποθετήθηκαν σε θέσεις διευθυντών κλπ.

Από την πρώτη μέρα παίρνω μια γεύση για το πώς «περιποιούνται» τον Μαχαιρίδη. Είναι σε εξέλιξη μια εκστρατεία για το μαύρισμα, την απομόνωση και εξοστρακισμό, ει δυνατόν, του «ξένου» που «ήλθε από τα πάνω μέρη και θέλει να μας κουμαντάρει». Ένα δηλητήριο που ποτέ, από τότε μέχρι σήμερα, δεν έπαψαν διάφοροι να χύνουν, μέχρι να αγγίξουν «ευαίσθητες πατριωτικές» χορδές. Χωρίς όμως αποτέλεσμα. Οι μισοί και πλέον Δωδεκανήσιοι, οι μισοί και πλέον Νοτιοπελαγίτες αργότερα, εμπιστεύτηκαν αυτόν τον «ξένο» για να τους υπηρετήσει.

Κάποιες φορές, είχες την υποψία ότι τον ένοιαζε και τον ενοχλούσε αυτό το ξενοφοβικό παραλήρημα. Ήθελε, σε ανθρώπινο επίπεδο, να απαντήσει σκληρά σε αυτήν τη «μομφή». Από τότε είχε όμως μια άλλη γραμμή, επέμενε σε αυτήν μέχρι να την καταλάβω κι εγώ. «Δεν απαντάμε σε ύβρεις και κακοήθειες.

Είναι μικρός ο τόπος, μας ξέρει όλους» έλεγε και ξανάλεγε. Πάντα στο τέλος, τον γαλήνευε αυτό που του αναγνώριζε η συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας. Ότι ο ίδιος και η οικογένειά του ΕΠΕΛΕΞΑΝ τη Ρόδο για πατρίδα τους. Ότι ήταν πολύ πιο Ροδίτης από άλλους «ροδίταρους»…

ΟΙ ΕΦΕΥΡΕΣΕΙΣ
ΔΕΚΑ χρόνια κοντά του, έχω καταλήξει στην άποψη ότι κανένας πολιτικός, κανένα δημόσιο πρόσωπο δεν έχει ίσως χτυπηθεί και λιθοβοληθεί όσο ο Μαχαιρίδης. Το «γιατί» μοιάζει εύλογο, ίσως και να μην είναι. Ταυτόχρονα, όμως, πρέπει να απαντηθεί και το «γιατί», παρά την εμπάθεια και το τυφλό μένος με το οποίο αντιμετωπίζεται επί χρόνια, φανερά αλλά και υπογείως από αντιπάλους και «άσπονδους» φίλους του, ο Μαχαιρίδης είναι πολιτικά ακόμα ζωντανός και δεν λέει να πέσει, κάτι που θα προκαλούσε οργασμούς στους πολιτικούς και λοιπούς υβριστές του.

Η απάντηση, για όσους τον έχουμε γνωρίσει από κοντά, είναι εύκολη. Παρά τις αδυναμίες, τα πάθη και τα λάθη του, τα καλά και τα στραβά του, κανένας δεν μπόρεσε μετά από τόσα χρόνια ανελέητης πολεμικής, να στοιχειοθετήσει το αντίθετο απ’ αυτό που ξέρει όλος ο κόσμος: ότι ο Μαχαιρίδης μόνο αχαΐρευτος, ακαμάτης, κλέφτης και απατεώνας δεν είναι. Με τέτοια «περιποίηση» που του έχουν επιφυλάξει διαχρονικά εχθροί και «φίλοι», μια σκιά θα την εντόπιζαν, με μια έστω γίδα στον ώμο θα τον τσάκωναν.

Δεν έγινε κάτι τέτοιο και δεν πρόκειται να γίνει, διότι ο Μαχαιρίδης έχει κερδίσει προ πολλού το προνόμιο να θεωρείται ένας αποτελεσματικός, ικανός, καθαρός και έντιμος πολιτικός.
ʼΑρα έπρεπε να εφευρεθούν άλλες πρακτικές και καινούργια κατηγορητήρια. Για παράδειγμα:
1ον: Λένε: Ο Μαχαιρίδης είναι πολλά χρόνια στην πολιτική, νισάφι πια…

Δεν θα το ‘λεγαν αυτό αν ο Μαχαιρίδης ήταν επικεφαλής μιας περιβαλλοντικής ή φιλανθρωπικής οργάνωσης, ακόμα και για πέντε δεκαετίες. Σκασίλα τους… Το λένε γιατί είναι την πολιτική εξουσία θέλουν να κατακτήσουν. Στη δημοκρατία, και όχι σε δουκάτα, η πολιτική εξουσία δεν είναι οικογενειακή παράδοση που κληροδοτείται. Είτε σε εμπιστεύεται ο πολιτικός φορέας που ανήκεις, είτε – και κυρίως – οι συμπολίτες σου στους οποίους απευθύνεσαι, διεκδικείς τη δική τους εμπιστοσύνη και σου λένε «εσένα θέλουμε μπροστά».

Σχεδόν όλοι οι υβριστές του Μαχαιρίδη δεν ευτύχησαν, ούτε στη μία ούτε στην άλλη περίπτωση. Ο Μαχαιρίδης, αρχιτέκτονας και χαρισματικός καλλιτέχνης, κάνει την επιλογή ζωής να αφιερωθεί στα κοινά από τότε που έκανε τα πρώτα του βήματα στο πλευρό του αείμνηστου Αντώνη Τρίτση και στη συνέχεια με τον Σταύρο Μπένο. Αυτό είναι το ασυγχώρητο «αμάρτημά» του. Όσο δεν μετανοεί ο αμαρτωλός, τόσο θα του πετάνε πετριές.

2ον: Λένε: Ο Μαχαιρίδης είναι ο εκφραστής ενός «σάπιου συστήματος» (κι εγώ, ως γνωστόν, «μισθοφόρος αυτού του συστήματος», όπως με αποκαλεί ο Μπόνης). Το να χτυπάς τον Μαχαιρίδη σαν φυσικό πρόσωπο, σαν απλό άνθρωπο και πολιτικό, δεν είναι βολικό. Δεν συμφέρει, ξέρεις ότι θα χάσεις. Εφευρίσκεται η πατέντα του «συστήματος», που σαν λέξη ακούγεται ένοχη και βρόμικη. Τα σχέδιο έχει κωδικό «βρομήστε και γκρεμίστε τον Μαχαιρίδη».

Κάνουν ένα μοιραίο γι’ αυτούς λάθος, γιατί και η κουτσή Μαριά ξέρει πως ένα «σύστημα» θέλει τα παραμάγαζά του, θέλει τις ανίερες συμμαχίες του που το κάνουν (καλή ώρα) ελεεινότερο, θέλει τα «δίκτυά» του, θέλει τους αχυράνθρωπούς του, και βεβαίως τα «πλυντήριά» του για να το ξεπλένουν. Και η τελευταία πέτρα ξέρει πως όλα αυτά είναι μόνο δικά τους «προνόμια».

Δεν τους ενοχλεί το ανύπαρκτο «σύστημα» του Μαχαιρίδη. Στην πραγματικότητα φωνάζουν γιατί βιάζονται να φέρουν στα πράγματα το δικό τους, το έτοιμο και καλοκουρδισμένο σύστημα. Και όσο αυτό δεν συμβαίνει, τόσο θα κάνουν βουντού μέχρι να ξεκουμπιστεί αυτός που τους χαλά τη μανέστρα.

3ον: Λένε: Σιγά το έργο που έκανε ο Μαχαιρίδης…
Το τελευταίο τους χαρτί. Να απαξιώσουν το συγκριτικό πλεονέκτημα και ισχυρότερο όπλο του Μαχαιρίδη, που γέμισε με εκατοντάδες έργα τη Ρόδο και τα άλλα νησιά, που παρέδωσε ένα τεράστιο οδικό δίκτυο, δεκάδες σχολικές μονάδες και πολυδύναμα ιατρεία, που δεν έχει ούτε ευρώ χρέος, δεν πήρε ούτε ευρώ σε δάνεια, που δεν άφησε ίχνος ευρωπαϊκού κονδυλίου αναξιοποίητο, που με ένα του νεύμα κινητοποιεί μια ολόκληρη κοινωνία για να θωρακιστεί ο φυσικός μας πλούτος και να ανακουφιστούν χιλιάδες αναξιοπαθούντες συμπολίτες μας, που κίνησε γη και ουρανό για να παραμείνει ζωντανή η τουριστική μας βιομηχανία, που διοργάνωσε και στήριξε χιλιάδες πολιτιστικές δράσεις, που… που…

Απέναντι σε αυτήν την πραγματικότητα, ο αντίλογος είναι ο μηδενισμός. «Σιγά το έργο… Πού είναι ο Κολοσσός, πού είναι τα τελεφερίκ… Πού είναι ο ομιλούσες καμήλες… » Και εσχάτως η πιο σιχαμερή προπαγάνδα: να χάνονται ανθρώπινες ζωές σε μια φυσική καταστροφή και να περιφέρουν πούστικα την κατηγόρια «ιδού ο υπεύθυνος»… Τόση η απελπισία τους, τόση η πρεμούρα τους να κάτσουν στην Καρέκλα.

ΟΙ «ΜΕΤΡΗΣΕΙΣ»
Σήμερα, μετά από δέκα χρόνια αυτολογοκρισίας, μπορώ επιτέλους να γράψω απελευθερωμένος μερικά μόνο απ’ αυτά που δεν επέτρεπα στον εαυτό μου να γράψει ως επαγγελματίας. Το καλοκαίρι του 2002 γνώρισα και εργάστηκα (φανερά, όχι στα μουλωχτά) κοντά σε έναν άνθρωπο εργατικό μέχρι κατάρρευσης, έναν άνθρωπο – τζάμι και παθιασμένο για την (κατ’ επιλογή δική του) πατρίδα του, τη Ρόδο, τα νησιά μας.

Έναν άνθρωπο με παροιμιώδη δύναμη, αντοχές, γνώσεις και τρέλα για τον τόπο του. Έναν πολιτικό που γίνεται έξαλλος και θηρίο όταν πρέπει να υπερασπιστεί τα νησιά μας, κι ας πιστεύουν ό, τι θέλουν και βολεύονται οι αντίπαλοί του.

Έναν άνθρωπο και πολιτικό που δεν είναι τέλειος. Που δεν ζήτησε ποτέ να τον λουστράρει κανείς, να τον φτιασιδώσει και να εμφανιστεί σαν ατσαλάκωτος. Που δεν πήγε στις φωτιές με τσάκιση στο παντελόνι, με μοκασίνια και με κολαρισμένο πουκάμισο. Υπάρχουν τα μέτρα σύγκρισης…

Δεν ξέρω αν ο Μαχαιρίδης θα κερδίσει ή αν θα χάσει στις εκλογές του Μαΐου. Εκτιμώ τι θα γίνει, αλλά λίγη σημασία έχει. Ούτε στη δημοσκοπήσεις που τον φέρουν δέκα πέντε μονάδες μπροστά πιστεύω, ούτε σε αυτές που τον θέλουν να υπολείπεται των άλλων. Δεν με νοιάζουν…

Πάντα έκανε τις δικές του «μετρήσεις». Στα χωριά, στα καφενεία, στις επαφές του πόρτα – πόρτα με τους πολίτες… Γιατί αυτός ξέρει τους δρόμους, δεν τους μαθαίνει τώρα. «Θα κερδίσουμε, το ξέρω, το βλέπω, το καταλαβαίνω» έλεγε, και η οδηγία προς τους συνεργάτες του ακουγόταν μέχρι το απέναντι οικοδομικό τετράγωνο: Τώρα δουλεύουμε και τρέχουμε ακόμα πιο πολύ!

(ναι είναι φωνακλάς, είναι παρορμητικός, γίνεται και άδικος γιατί αρνείται να καταλάβει ότι όταν ζητά να γίνει κάτι ….χθες, αυτό είναι φύσει αδύνατον. Αγύριστο κεφάλι ).
Πρόχειρα γραμμένο το κείμενο, ευχαριστώ τους συναδέλφους μου στη «Ροδιακή» που μου το φιλοξενούν σαν παρέμβαση σε έναν δημόσιο διάλογο που έχει, έτσι κι αλλιώς, ενδιαφέρον…
(έχω κι άλλα να πω και φωτογραφίες να δείξω, αλλά δεν θα μετατρέψουμε τη «Ροδιακή» σε National Geographic… Υπάρχει και τα social media)

Πηγή : rodiaki