Ένα μικροσκοπικό κομμάτι περγαμηνής, ηλικίας περίπου 1.700 ετών, αποδείχθηκε ότι κρύβει έναν πραγματικό φιλολογικό θησαυρό: στίχους από τη ραψωδία μ’ – το 12ο βιβλίο – της Οδύσσειας του Ομήρου.
Το σπάνιο εύρημα βρίσκεται στις Ειδικές Συλλογές της Πανεπιστημιακής Βιβλιοθήκης της Ουτρέχτης και αναγνωρίστηκε από τον ερευνητή Mark de Kreij του Radboud University, στο πλαίσιο μελέτης αρχαίων χειρογράφων. Το Πανεπιστήμιο της Ουτρέχτης ανακοίνωσε επίσημα την ανακάλυψη στις 14 Σεπτεμβρίου 2026.
Ένα κομμάτι περγαμηνής στο μέγεθος τραπουλόχαρτου
Το φθαρμένο χειρόγραφο έχει διαστάσεις περίπου 6,6 επί 7,7 εκατοστά, δηλαδή είναι λίγο μεγαλύτερο από ένα τραπουλόχαρτο.
Παρά το μικροσκοπικό του μέγεθος, πάνω του διατηρούνται αρχαιοελληνικοί στίχοι από ένα από τα καθοριστικά σημεία της Οδύσσειας. Η περγαμηνή χρονολογείται στον 3ο ή 4ο αιώνα μ.Χ., γεγονός που σημαίνει ότι γράφτηκε πριν από περίπου 1.700 χρόνια.
Το εύρημα θεωρείται ιδιαίτερα σπάνιο, καθώς σύμφωνα με το Πανεπιστήμιο της Ουτρέχτης είναι γνωστά παγκοσμίως μόλις περίπου 30 παρόμοια αποσπάσματα της Οδύσσειας από εκείνη την περίοδο.
Οι στίχοι για τα ιερά βόδια του θεού Ήλιου
Οι διασωθέντες στίχοι προέρχονται από το 12ο βιβλίο της Οδύσσειας και αναφέρονται στην ιστορία με τα ιερά βόδια του θεού Ήλιου.
Οι σύντροφοι του Οδυσσέα, παρά τη ρητή απαγόρευσή του, σκοτώνουν και τρώνε τα ιερά ζώα. Οι στίχοι που σώζονται στην περγαμηνή περιγράφουν ακριβώς τη στιγμή κατά την οποία ο Ήλιος πληροφορείται τι έχει συμβεί.
Ο θεός ζητά από τον Δία να τιμωρήσει τους υπεύθυνους και η εξέλιξη οδηγεί τελικά στην καταστροφή του πλοίου και στον θάνατο όλων των συντρόφων του Οδυσσέα. Ο ίδιος είναι ο μόνος που επιβιώνει.
Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα σημεία του έπους, καθώς σηματοδοτεί το τέλος της αφήγησης των περιπετειών που ο Οδυσσέας διηγείται στους Φαίακες πριν συνεχίσει τον δρόμο του προς την Ιθάκη.

Για δεκαετίες κανείς δεν γνώριζε τι πραγματικά ήταν
Η ιστορία του ίδιου του χειρογράφου είναι σχεδόν εξίσου ενδιαφέρουσα.
Στα μέσα του 20ού αιώνα, το Πανεπιστήμιο της Ουτρέχτης απέκτησε από τους κληρονόμους του Γερμανού μελετητή Carl Schmidt μια συλλογή πρώιμων χριστιανικών χειρογράφων.
Τα περισσότερα ήταν γραμμένα σε περγαμηνή και στην κοπτική γλώσσα, ενώ υπήρχαν επίσης αιγυπτιακοί και ελληνικοί πάπυροι.
Ανάμεσά τους βρισκόταν και το συγκεκριμένο φθαρμένο κομμάτι. Για χρόνια είχε θεωρηθεί ένα μάλλον ασήμαντο απόσπασμα του 7ου αιώνα.
Όταν όμως ο Mark de Kreij το εξέτασε προσεκτικά, αναγνώρισε λέξεις και γλωσσικά στοιχεία που παρέπεμπαν στα ομηρικά έπη.
Η περαιτέρω μελέτη αποκάλυψε ότι επρόκειτο για στίχους της Οδύσσειας και, συγκεκριμένα, του 12ου βιβλίου.
Σύμφωνα με δημοσίευμα του Utrecht University magazine, ο ερευνητής είχε εντοπίσει το χειρόγραφο περίπου δύο χρόνια πριν από τη δημόσια ανακοίνωση της ανακάλυψης.
Πιθανότατα προερχόταν από μια αρχαία «έκδοση τσέπης»
Οι επιστήμονες θεωρούν ότι το κομμάτι αποτελούσε μέρος ενός μικρού περγαμηνού κώδικα, δηλαδή ενός αρχαίου βιβλίου με σελίδες και όχι ενός κυλίνδρου.
Η σελίδα ήταν γραμμένη και στις δύο πλευρές και, σύμφωνα με την εκτίμηση του Πανεπιστημίου της Ουτρέχτης, πιθανότατα ανήκε σε μια μικρού μεγέθους πλήρη έκδοση της Οδύσσειας, περίπου στις διαστάσεις ενός σημερινού Kindle.
Το βιβλίο φαίνεται ότι χρησιμοποιούνταν στην περιοχή της Όασης Φαγιούμ της Αιγύπτου γύρω στο 300 μ.Χ.
Το στοιχείο αυτό προσφέρει μία ακόμη ένδειξη για το πόσο διαδεδομένος παρέμενε ο Όμηρος στην ύστερη αρχαιότητα, πολλούς αιώνες μετά τη δημιουργία των ομηρικών επών.
Ένα κείμενο που επιβίωσε σχεδόν δύο χιλιετίες
Η σημασία της ανακάλυψης δεν βρίσκεται μόνο στην ηλικία της περγαμηνής.
Κάθε τόσο παλαιό αντίγραφο επιτρέπει στους ειδικούς να εξετάσουν πώς μεταδιδόταν το κείμενο της Οδύσσειας στην αρχαιότητα, πώς κατασκευάζονταν τα βιβλία εκείνης της εποχής και πόσο ευρέως διαβαζόταν ο Όμηρος στον ελληνορωμαϊκό κόσμο.
Ένα κομμάτι περγαμηνής λίγων μόλις εκατοστών, που επί δεκαετίες παρέμενε σχεδόν απαρατήρητο σε μια πανεπιστημιακή συλλογή, αποδείχθηκε τελικά ότι αποτελεί ένα σπάνιο σωζόμενο ίχνος ενός από τα σημαντικότερα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
