Η ιρανική πυραυλική επίθεση κατά της αμερικανοβρετανικής βάσης στο Ντιέγκο Γκαρσία, στον Ινδικό Ωκεανό, προκαλεί έντονο προβληματισμό, καθώς δείχνει ότι η Τεχεράνη ίσως διαθέτει δυνατότητες προσβολής στόχων σε πολύ μεγαλύτερες αποστάσεις από όσες εκτιμούνταν μέχρι σήμερα.
Μπορεί οι πύραυλοι που εκτοξεύθηκαν να μην έπληξαν τον στόχο τους, όμως το ίδιο το γεγονός ότι χρησιμοποιήθηκαν εναντίον μιας τόσο απομακρυσμένης βάσης αλλάζει τα δεδομένα. Αν επιβεβαιωθεί ότι το Ιράν είναι πλέον σε θέση να πλήττει στόχους σε αποστάσεις που αγγίζουν ή και ξεπερνούν τα 4.000 χιλιόμετρα, τότε το εύρος της απειλής διευρύνεται σημαντικά.
Μέχρι σήμερα, η κυρίαρχη εκτίμηση ήταν ότι το ιρανικό βαλλιστικό οπλοστάσιο είχε εμβέλεια έως περίπου 2.000 χιλιόμετρα. Όμως το Ντιέγκο Γκαρσία βρίσκεται σχεδόν 4.000 χιλιόμετρα μακριά από το Ιράν. Αυτό σημαίνει ότι, εφόσον τα στοιχεία επιβεβαιωθούν, δεν μιλάμε πλέον μόνο για πυραύλους μέσου βεληνεκούς, αλλά και για όπλα με δυνατότητα να καλύψουν μεγάλο μέρος της Ευρώπης.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένα ασφαλής λόγω απόστασης. Η Αθήνα απέχει περίπου 2.500 χιλιόμετρα από το Ιράν, ενώ η ελληνική αμυντική συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι διευκολύνσεις που παρέχονται στη Σούδα, αλλά και η γεωπολιτική σημασία της Κύπρου, θα μπορούσαν θεωρητικά να αυξήσουν τον βαθμό έκθεσης της χώρας σε μια ευρύτερη περιφερειακή κρίση.
Σύμφωνα με πληροφορίες που μετέδωσε η Wall Street Journal, το Ιράν εκτόξευσε δύο βαλλιστικούς πυραύλους προς τη βάση στο Ντιέγκο Γκαρσία. Ο ένας φέρεται να αυτοκαταστράφηκε κατά την πορεία του, ενώ ο δεύτερος αναχαιτίστηκε. Παρότι δεν υπήρξε επιτυχές πλήγμα, η ενέργεια αυτή δείχνει ότι η Τεχεράνη επιδιώκει να αποδείξει πως μπορεί να απειλήσει αμερικανικούς στόχους πολύ μακριά από τον Περσικό Κόλπο.
Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία και για τον ελληνικό αμυντικό σχεδιασμό. Αν οι πραγματικές δυνατότητες του Ιράν είναι μεγαλύτερες από όσες είχαν υπολογιστεί, τότε απαιτείται επανεξέταση των παραδοχών πάνω στις οποίες βασίστηκαν μέχρι σήμερα ορισμένες επιλογές ασφαλείας.
Το θέμα γίνεται ακόμη πιο σοβαρό, αν ληφθεί υπόψη ότι οι βαλλιστικοί πύραυλοι δεν αποτελούν μόνο μέσο συμβατικής προσβολής, αλλά μπορούν θεωρητικά να μεταφέρουν και πολύ πιο επικίνδυνες κεφαλές. Αυτό αυξάνει τη στρατηγική τους σημασία και εντείνει την ανάγκη για προσεκτική αξιολόγηση.
Για την Ελλάδα, το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η νέα αυτή πραγματικότητα δεν επιτρέπει εφησυχασμό. Αντίθετα, απαιτείται συνεχής επαγρύπνηση, νέα αποτίμηση των κινδύνων και ενίσχυση της αμυντικής ετοιμότητας, σε μια εποχή όπου οι αποστάσεις δεν προσφέρουν πια την ασφάλεια που θεωρούνταν κάποτε αυτονόητη.


