Στον Μανώλη, το γελαστό παιδί – Του Κώστα Λαμπριανού

pardalosmanolis
Έβαλε ο Θεός σημάδι παλικάρι στον Αρχάγγελο.
Κόντευε, πέντε η ώρα . πέντε η ώρα που βραδιάζει, πέντε η ώρα που ο χειμωνιάτικος Ήλιος γέρνει, με σφιχτό χαμόγελο, για να χαθεί πίσω από τα βουνά, και να ’ρθει η νύχτα, παγερή, ν’ απλώσει το σκοτεινό σεντόνι της.
Αχ, Μανώλη μου… Σε μια στροφή του δρόμου, σε μια στιγμή, παιδί μου λατρευτό, σ’ άρπαξε ο βαρκάρης για να διαβείς τον Αχέροντα, να πιεις το νερό της λησμονιάς, να ξεχάσεις τον απάνω κόσμο, και όσους σε αγάπησαν στο διάβα των είκοσι χρόνων σου.
Μια στιγμή και σβήστηκε το γλυκό, φωτεινό, χαμόγελό σου, το φέγγος των ματιών σου.
Μα ξέρω. τώρα, εκεί ψηλά που βρίσκεσαι, θα χαμογελάς, λυτρωμένος από τις ασχήμιες των ανθρώπων, και η ματιά σου θ’ αγκαλιάζει την οικουμένη .
Και τα βράδια που ανάβουν οι φωτιές, στον ουρανό, στη συνοικία των αγγέλων, θα ’σαι μαζί τους, λαμπερό αστέρι.
Θα τους ιστορείς, χαρές και λύπες, της ζωής που έζησες στη Γη, τον μικρό και εύθραυστο πλανήτη μας όπως την χαρακτήριζες, και ο λόγος σου θα κυλά σαν τραγούδι, όπως το τραγούδι των κρυστάλλινων νερών στα ρυάκια, όπως το τραγούδι της σιγανής φθινοπωρινής βροχής, όταν σμίγει με το χώμα.
Και θα τους ζητάς να προσέχουν τους αγαπημένους σου, και όλα τα παιδιά του κόσμου.
Σου το έγραψαν οι συμμαθητές σου στο στεφάνι τους:
«Να μας χαιρετήσεις τους αγγέλους και να μας προσέχετε από ’κει ψηλά. Σε αγαπάμε»
Αχ, Μανώλη μου…
Ναι, παιδί μου. οι συμμαθητές, οι φίλοι, αυτοί που σ’ αγάπησαν, ήταν όλοι εκεί, για το στερνό αντίο πριν το μεγάλο ταξίδι.
Ποτέ δεν είδα τόσα νεανικά μάτια βουρκωμένα, τον πόνο να γίνεται θλίψη, οργή, στο αναπάντητο «γιατί;», να συνταράζει τις ψυχές τους.
Πρόσωπα σαν από αρχαία τραγωδία, ν’ ακολουθούν το σπαρακτικό μοιρολόι της μάνας και της αδελφής, τον αβάσταχτο, βουβό, πόνο του δύσμοιρου πατέρα.
Τώρα που γράφω τούτες τις αράδες, με τη γραφίδα της λύπης βουτηγμένη στο δοχείο των δακρύων, σε φέρνει ο λογισμός, στην αυλή της γιαγιάς σου, και αγαπημένης θείας μου. δεκαπεντάχρονο παιδί τότε, να μου μιλάς για τα βιβλία, για τον μεγάλο έρωτά σου στη λογοτεχνία, για τους νέους ταλαντούχους συγγραφείς, για τα σχέδια, τα όνειρά σου.
Στην αυλή που μας μεγάλωσε όλους με λόγια αγάπης, αξιοπρέπειας, αρχών και αξιών.
Πρώτα εμάς τους μεγαλύτερους κι ύστερα τον πατέρα σου με τα σμυρναίικα τραγούδια της θείας Όλγας, τραγούδια του ξεριζωμού, τραγούδια του πόνου και της ελπίδας για μια καλύτερη ζωή.
Κι έπειτα εσένα, τη Μαρία, την πολυαγαπημένη σου αδελφή, τα ξαδέλφια σου, ρίζες του ίδιου δέντρου. Συνεπαρμένος εγώ, κράταγα μια μια τις λέξεις σου, λέξεις πλούσιες, καλοβαλμένες σ’ έναν λόγο άψογα δομημένο που σπάνια συναντά κανείς σε παιδιά της ηλικίας σου.
Είχες το χάρισμα να μιλάς και να γράφεις, σαν τους μεγάλους μουσουργούς που τιθασεύουν τις νότες στην παρτιτούρα, στις πιο εξαίρετες μελωδίες τους.
Και σε θαύμασα από την πρώτη στιγμή, βέβαιος ότι απέναντί μου είχα ένα παιδί που θα διέγραφε, σαν αστέρι, μια λαμπρή πορεία στη λογοτεχνία, στην επιστήμη, στην κοινωνία.
Κι αργότερα, όταν δημοσιεύθηκε σ’ εφημερίδα της πρωτεύουσας το πρώτο σου άρθρο, 19 χρόνων τότε, η βεβαιότητα έγινε πίστη πια, πως το γελαστό παιδί μας ήταν ήδη ένας ολοκληρωμένος, σπουδαίος νέος, προικισμένος με σοφία που θα ζήλευαν οι γέροντες σοφοί.
Αυτό το άρθρο σου, Μανώλη μου, διαβάζω τώρα και ο πόνος, η θλίψη, η μελαγχολία, κύματα – κύματα, φουρτουνιάζουν ψυχή και νου.
Θυμάμαι την κουβέντα που κάναμε για τον κόσμο που ζούμε. Και μου ’λεγες για τη βαρβαρότητα, τον κυνισμό των ισχυρών της Γης που ανάβουν φωτιές πολέμων σ’ όλες τις ηπείρους.
Σε είχαν συνταράξει οι εικόνες των παιδιών της Γάζας, «σμιλεμένες» από το αίμα και τα ερείπια, ολούθε, των παιδιών της Συρίας, της μεγάλης φυγής, της πιο απάνθρωπης, βάρβαρης, εμφύλιας σύρραξης της σύγχρονης Ιστορίας.
Τότε μου μίλησες για τον Στρατή Μυριβήλη και το βιβλίο του «Η ζωή εν τάφω», κορυφαίο, όπως μου είπες, αντιμιλιταριστικό βιβλίο της ελληνικής λογοτεχνίας του περασμένου αιώνα.
Κι έπειτα για το δικό μας, το ελληνικό δράμα, το δράμα της φτώχειας, των άνεργων νέων, τη σήψη και διαφθορά, την ολοκληρωτική κατάπτωση αρχών, αξιών, ιδανικών.
Θυμάμαι ακόμα την αντίδρασή σου όταν σε παρότρυνα να στραφείς, παράλληλα με τις πολιτικές επιστήμες, και στη δημοσιογραφία.
Δεν ήθελες να με πληγώσεις, και όσο πιο ευγενικά, πιο ταπεινά, μου είπες «πολιτικοί και μέσα ενημέρωσης χειραγωγούν τον πολίτη και δεν τον θέλουν πραγματικά ελεύθερο, για να διαιωνίζουν την εξουσία τους, το σύστημα καταπίεσης των λαών».
Δεν ξέρω, Μανώλη μου, πόσα φεγγάρια θα δω ακόμα πριν ο βαρκάρης πάρει κι εμένα, για να με περάσει στην απέναντι όχθη της Αχερουσίας.
Μέχρι τότε θα σε θυμάμαι, για την καλοσύνη, τις ευαισθησίες, τον πλούτο της ψυχής σου.
Αχ Μανώλη μου…
Πέρασαν εννιά μέρες που εσύ φωτίζεις τη γειτονιά των αγγέλων.
Έφυγες, παιδί μου, κι είναι ο κόσμος μας πιο φτωχός, πιο μικρός, πιο πικρός…
pardalosmanolis
verena.gr