Τέλος στη δράση συμμορίας που εξαπατούσε πολίτες στη Ρόδο έβαλε η Υποδιεύθυνση Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Ρόδου, προχωρώντας στη σύλληψη δύο ημεδαπών, ηλικίας 22 και 25 ετών.
Σε βάρος τους σχηματίστηκε δικογραφία για σύσταση εγκληματικής οργάνωσης και απάτες κατ’ εξακολούθηση.
Σύμφωνα με την αστυνομική έρευνα, η συμμορία αποτελούνταν από τουλάχιστον δύο άτομα, τα οποία δρούσαν με συγκεκριμένη μεθοδολογία, κατανεμημένους ρόλους και συντονισμένες ενέργειες.
Παρίσταναν υπαλλήλους λογιστικού γραφείου
Το μεσημέρι της 5ης Σεπτεμβρίου 2026, άτομο που προσποιούνταν υπάλληλο λογιστικού γραφείου τηλεφωνούσε σε πολίτες και επιχειρούσε να τους πείσει ότι έπρεπε να παραδώσουν χρήματα και κοσμήματα που διατηρούσαν στα σπίτια τους.
Σε δύο περιπτώσεις, γυναίκες πείστηκαν να αφήσουν κοσμήματα και χρηματικά ποσά σε προκαθορισμένο σημείο έξω από τις κατοικίες τους.
Οι δράστες ισχυρίζονταν ότι τα αντικείμενα έπρεπε δήθεν να «καταγραφούν» και να μεταφερθούν στην τράπεζα, είτε για να μη χάσουν την αξία τους είτε για να μην επιβληθεί κάποιο πρόστιμο.
Ο ένας «εισπράκτορας», ο άλλος «οδηγός»
Σύμφωνα με την Αστυνομία, ο 22χρονος είχε αναλάβει τον ρόλο του «εισπράκτορα», παραλαμβάνοντας τα χρήματα και τα κοσμήματα από τα θύματα.
Ο 25χρονος φέρεται να είχε τον ρόλο του «οδηγού», χρησιμοποιώντας όχημα για τη μετακίνησή τους κατά τη διάρκεια των πράξεων.
Από την αξιοποίηση των στοιχείων της έρευνας οι αστυνομικοί κατάφεραν να ταυτοποιήσουν τους δύο νεαρούς.
Όπως διαπιστώθηκε, το πρωί της 6ης Σεπτεμβρίου είχαν αναχωρήσει ακτοπλοϊκώς από τη Ρόδο με προορισμό την Κάρπαθο.
Εντοπίστηκαν στην Κάρπαθο
Οι αστυνομικοί της Υποδιεύθυνσης Αστυνομίας Καρπάθου ενημερώθηκαν για την υπόθεση και στις 7 Σεπτεμβρίου κατάφεραν να εντοπίσουν τους δύο κατηγορούμενους.
Στην κατοχή τους βρέθηκαν και κατασχέθηκαν 800 ευρώ και τρία κινητά τηλέφωνα.
Οι συλληφθέντες οδηγήθηκαν στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Ρόδου.
Η Αστυνομία προειδοποιεί για τις τηλεφωνικές απάτες
Με αφορμή τη συγκεκριμένη υπόθεση αλλά και την αύξηση περιστατικών εξαπάτησης, η Αστυνομία υπενθυμίζει ότι επιτήδειοι εμφανίζονται συχνά ως λογιστές, αστυνομικοί, γιατροί, υπάλληλοι εταιρειών ηλεκτρικής ενέργειας ή άλλων φορέων, επιχειρώντας να αποσπάσουν μεγάλα χρηματικά ποσά και πολύτιμα αντικείμενα, κυρίως από ηλικιωμένους.
Οι πολίτες καλούνται να μην εμπιστεύονται αγνώστους που τηλεφωνούν παρουσιάζοντας ψευδείς ιδιότητες, να μην αποκαλύπτουν εάν διαθέτουν χρήματα ή κοσμήματα στο σπίτι και να μην παραδίδουν σε κανέναν μετρητά ή τιμαλφή.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται όταν οι δράστες ζητούν από το θύμα να μιλήσει τηλεφωνικά με δήθεν συγγενικό πρόσωπο ή λογιστή. Σε τέτοιες περιπτώσεις συνιστάται η επικοινωνία με τον πραγματικό συγγενή ή επαγγελματία από διαφορετική τηλεφωνική συσκευή, καθώς οι απατεώνες ενδέχεται να εξακολουθούν να βρίσκονται στη γραμμή.
Παράλληλα, οι πολίτες δεν θα πρέπει να επιτρέπουν σε αγνώστους να εισέρχονται στο σπίτι τους με διάφορες προφάσεις, ούτε να δέχονται να μεταβούν μαζί τους σε τράπεζα ή ΑΤΜ για ανάληψη χρημάτων.
Η Αστυνομία διευκρινίζει επίσης ότι νοσοκομεία και δημόσιες υπηρεσίες δεν στέλνουν υπαλλήλους σε σπίτια ή δημόσιους χώρους για να εισπράττουν χρήματα για παρεχόμενες υπηρεσίες.
Σε κάθε ύποπτη περίπτωση, ακόμη και όταν πρόκειται μόνο για απόπειρα απάτης, οι πολίτες θα πρέπει να ενημερώνουν άμεσα την Αστυνομία και, εφόσον είναι δυνατό, να συγκρατούν χαρακτηριστικά των δραστών, καθώς και στοιχεία των οχημάτων που χρησιμοποιούν.
Ιδιαίτερη σημασία έχει τέλος η ενημέρωση ηλικιωμένων συγγενών και γνωστών, οι οποίοι αποτελούν συχνά τον κύριο στόχο τέτοιων κυκλωμάτων.
