Η Ροδίτικη Σούστα μέσα από τα μάτια ενός νέου Ροδίτη μουσικού (Συνέντευξη και βίντεο)

Ο Νίκος Τζέλλος με την παραδοσιακή Λύρα

Π-Καλησπέρα Νίκο, συγχαρητήρια για το νέο σου τραγούδι! Πες μας δυο λόγια για αυτό το βίντεο…

Ν-Καλησπέρα Πάνο, σε ευχαριστώ πολύ. Το κομμάτι αυτό είναι μια μοντέρνα διασκευή, βασισμένη σε αυθεντικά όργανα του τόπου. Η μελωδία της Σούστας είναι από την Απολακκιά και συγκεκριμένα από τον Θεμιστοκλή Τριανταφύλλου και τον Μιχάλη Μικκιού.

Π-Και σε τι διαφέρει από τις άλλες Σούστες αυτή η εκτέλεση;

Ν-Διαφέρει σε πολλά πράγματα. Η αυθεντική εκτέλεση παίζεται με κλαρίνο και βιολί, ενώ συνοδευόταν με σαντούρι, τύμπανα, μέχρι και..σαξόφωνα! Όμως αυτά τα μουσικά όργανα δεν είναι τα αυθεντικά τοπικά. Ήρθαν στη Ρόδο, στις αρχές του 20ου αιώνα, και αντικατέστησαν τις λύρες, τις τσαμπούνες και τα λαούτα, ενώ τα μόνα που έδεσαν πραγματικά με τον παραδοσιακό ήχο της Ρόδου, ήταν το σαντούρι και το βιολί. Στη δική μου εκτέλεση, παίζω με τα παλιά παραδοσιακά όργανα, τη ροδίτικη λύρα, το μαντολίνο, το λαούτο.

Π-Τσαμπούνα όχι;

N-(γέλια) ακόμα όχι, αλλά είναι στα σχέδια μου. Η αλήθεια είναι ότι η τσαμπούνα σίγησε στη Ρόδο πριν 70 χρόνια. Υπάρχουν όμως ακόμα κάποιες μελωδίες, οι οποίες είναι της τσαμπούνας. Στην Αρχάγγελο έχουν ένα είδος τσαμπούνας, αυτό που λέμε μονοτσάμπουνο και το λένε Σφοργκάλι, Σφυριάλι δηλαδή.

Π-Νίκο, ζεις σε μια εποχή που η μουσική που ακούμε είναι παγκόσμια, και οι περισσότεροι καλλιτέχνες ασχολούνται με το ξένο και το ελληνικό μοντέρνο τραγούδι. Τι σε ώθησε να ασχοληθείς με τη παραδοσιακή μουσική;

Ν-Θα μπορούσα να απαντήσω τα βιώματα, μέσα από τη σχολή χορού του πατέρα μου Βαγγέλη Τζέλλου, και του Θεάτρου της γιαγιάς μου. Αλλά δεν είναι αυτό. Εγώ μικρός έπαιζα πιάνο και ηλεκτρική κιθάρα(γέλια). Η αλλαγή έγινε όταν πήγα φοιτητής. Άκουσα καρπάθικη μουσική, και συγκεκριμένα τον Γιάννη Παυλίδη, και με στιγμάτισε αυτός ο ήχος. Δεν έχω κάποια σχέση με τη Κάρπαθο, και ούτε ήταν το καρπάθικο στοιχείο που με τράβηξε, διότι το ίδιο με τράβηξαν τα Κασιώτικα και τα Χαλκήτικα. Ήταν αυτή η βροντερή φωνή και οι απίστευτοι ήχοι της λύρας του. Εκεί αποφάσισα ότι θα μάθω λύρα! Αργότερα ανακάλυψα ότι στη Νότια Δωδεκάνησο, υπάρχει ένα τόξο, από τη Κάσο ως τη Χάλκη, που περιλαμβάνει τη Κάρπαθο και τη Ρόδο, και σε αυτά τα νησιά κυριαρχεί η παλαιά λύρα με τα κουδουνάκια. Όμως στη Ρόδο μόνο 2 άτομα έπαιζαν με αυτή τη λύρα, ο Ηλίας Αναστασιάδης και ο Γιάννης Κλαδάκης, σε αντίθεση με την Όλυμπο Καρπάθου που πριν λίγα χρόνια έκαναν απογραφή οργανοπαιχτών, παραπάνω από 50 άτομα σε ένα χωριό!

Παλιό γλέντι στα Τριάντα, διακρίνουμε λύρα, βιολί και λαούτο. Από το Λαογραφικό Σπίτι Ιαλυσού

Π-Άρα τα ακούσματα σου ήταν από αυτούς τους 2 όσων αφορά τα Ροδίτικα, σωστά;

Ν-Στην αρχή ναι. Αργότερα άρχισα να ακούω παλιές ηχογραφήσεις και ηλικιωμένους οργανοπαίχτες. Μελετούσα τα τσακίσματα τους, τη δομή που παίζουν, κάτι το οποίο ήθελε πολύ δουλειά αφού κάποιοι ήταν πολύ ηλικιωμένοι. Παλιά βίντεο, ηχογραφήσεις που έγιναν στη Ρόδο από το Αρχείο Ελληνικής Μουσικής, λαογραφικά βιβλία κλπ. Έτσι πλήθυναν οι επιρροές μου, και ανακάλυψα μικρά διαμαντάκια.

Π-…και έπειτα αποφάσισες να τα ηχογραφήσεις όπως καταλαβαίνω.

Ν-Ακριβώς. Συσσώρευσα αρχικά όλες μου τις γνώσεις ξεκινώντας από το βασικό. Τι όργανα θα παίξουν; Μάζεψα τις φωτογραφίες μου με παλιά μουσικά όργανα και επέλεξα, τη Ροδίτικη λύρα, το Νησιώτικο λαούτο, και το Μαντολίνο. Η Ροδίτικη λύρα είναι η κλασική Δωδεκανησιακή λύρα, όμως το καλούπι της είναι λίγο πιο μπάσο, ας πούμε από τη Καρπάθικη. Στις παλιές φωτογραφίες συναντάμε επίσης το λαούτο, που είναι Νησιώτικο. Τέλος το μαντολίνο, το οποίο κυριαρχεί κυρίως στην Αρχάγγελο. Είχα ακούσει μάλιστα τον Παναγιώτη Σαρικά (Βαρβαρά) να παίζει μια σούστα με μαντολίνο και μου άρεσε πάρα πολύ. Αποφάσισα λοιπόν να το προσθέσω και αυτό.

Έπειτα, έπρεπε να διαλέξω μουσικό κομμάτι, διότι δεν ήθελα να αντιγράψω κάποιον από τους τωρινούς στυλοβάτες της Ρόδου. Ήταν στη συναυλία των αδερφών Τσαχουρίδη, που μας έπαιξε ο Θεμιστοκλής μια Σούστα, και καθώς χόρευα σκεφτόμουν «τι ωραία σούστα είναι αυτή, με δομή καθαρά δωδεκανησιακή, διαφορετικά μοτίβα, και ακριβώς τις ίδιες εναλλαγές με τη Κασιώτικη και τη Καρπάθικη». Είχα ακούσει τον Μικκιού, αλλά το αυτί μου ήταν πολύ άγουρο ακόμα και δεν τον κατάλαβα τι έπαιζε.

Όταν τον ξανάκουσα, εκτυλίχθηκε μπροστά μου ένα μουσικό κομμάτι με τόσα ωραία τσακίσματα και ροδίτικο χρώμα, που επέλεξα να κάνω το εξής: Τι θα βγει εάν ενώσω τη Σούστα του Μικκιού με τη Σούστα του Θεμιστοκλή, στη λύρα; Εντωμεταξύ αυτοί έπαιζαν μαζί στα πανηγύρια, οπότε ήδη ήταν ενωμένη η Σούστα. Το πεδίο ήταν ανοιχτό, και έμενε να μπω στο στούντιο.

Πανηγύρι στον Άγιο Σουλά, άγνωστη χρονολογία, ορχήστρα με ντραμς, σαντούρι, τρομπόνι και ίσως βιολί, αρχείο Σταύρου Γεωργαλλίδη

Π-Και αυτό λοιπόν που ακούμε σήμερα είναι το αποτέλεσμα;

Ν-Ναι! Είναι ένα αυθεντικό παραδοσιακό κομμάτι, που το μόνο δικό μου στοιχείο μέσα στην ηχογράφηση, είναι ο τρόπος παιξίματος μου. Για να το κάνω αυτό άλλαξα τις κλίμακες από ΝΤΟ σε ΣΟΛ. Επίσης, τα τσακίσματα δεν τα έπαιξα όπως ακριβώς τα άκουσα, αλλά τα προσάρμοσα στη λύρα. Η λύρα παίζει λύρα, όχι κλαρίνο.

Π-Την χόρεψες;

Ν-(γέλια) Αν τη χόρεψα λέει! Την άκουγα από το πρωί μέχρι το βράδυ για να ανακαλύψω κάτι που ίσως δε μου άρεσε και να το διορθώσω, χόρευα στην αυλή μετά από κάθε μίξη για να δω εάν χορεύεται, το πιο σημαντικό. Ακόμα και εκεί, έκατσα και έβαλα μετρονόμο στις καλύτερες, για μένα, εκτελέσεις της Σούστας και έγραψα στον ίδιο ρυθμό. Ούτε πολύ γρήγορη, ούτε αργή. Στόχος μου ήταν να τη χορεύουν!

Π-Μας είπες πολλά λαογραφικά στοιχεία Νίκο, τα οποία κάποιοι άνθρωποι του χώρου αυτού , μπορεί να τα αμφισβητήσουν χωρίς τις πηγές σου. Πιστεύεις ότι θα υπάρξουν τέτοιου είδους διαφωνίες;

Ν-Σίγουρα. Όμως είμαι εδώ να δώσω απλόχερα τις πηγές μου και τους λόγους που πιστεύω αυτά που γράφω. Πάντα θα υπάρχει αντίδραση μετά από κάποια δράση. Πολλοί, επίσης, μπορεί να πουν ότι μιμούμαι τον Αναστασιάδη ή τον Κλαδάκη. Αυτοί δε μιμούνται κανέναν; Επίσης, εγώ από ποιους άκουσα;

Γάμος στα Αφάντου το 1930, ορχήστρα με λύρα, 2 βιολιά, σαντούρι και κλαρίνο, φωτογραφία του Samuel Baud Bovy από το εξώφυλλο του ημερολόγιου του στη Ρόδο και τα Δωδεκάνησα

Π-Γιατί όμως η Σούστα που παίζουν με το βιολί ακούγεται τόσο διαφορετικά από τη λύρα;

Ν- Οι σημερινοί βιολιστές της Ρόδου, μιμούνται τους προκάτοχους τους,οι οποίοι μιμούνται κυρίως τον Κώστα Ισκά, τον Γιάννη Κουλιανό και άλλους, ακόμα και «ξένους» όπως τον Κυριάκο Γκουβέντα. Στις Καλυθιές παίζουν Σάββα Φλεβάρη. Στην Αρχάγγελο παίζουν Καλίαστρο, Στέφανο Λεβέντη. Οι λυράρηδες μιμούνται τον Κλαδάκη, τον Αναστασιάδη και τον Παραγυιό.

Επίσης, η λύρα έχει 3 χορδές, και παίζεται διαφορετικά από το βιολί, με περισσότερους δακτυλισμούς. Το βιολί έχει 4 χορδές και παίζεται με διαφορετική δεξιοτεχνία. Κάποια μοτίβα που παίζονται στη λύρα, δεν μπορεί να τα αποδώσει καλά το βιολί. Το ίδιο ισχύει και αντίστροφα.

Π-Άρα, παράδοση είναι η μίμηση των παλαιών;

Ν-Όχι. Είναι η διατήρηση και ο σεβασμός απέναντι σε αυτά που μας παραδίδονται. Οφείλουμε να παίξουμε αυτά που μας παραδόθηκαν, αν τα παίξουμε καλύτερα τότε βελτιώνουμε τη μουσική μας. Όταν κάτι είναι καλό, μένει. Θα ξαναδώσω παράδειγμα με τη Κάρπαθο, που είναι η πρωτεύουσα, της Δωδεκανησιακής λύρας. Πριν τον Γιάννη Παυλίδη, η Ολυμπίτικη μουσική είχε άλλο ήχο. Τώρα όλοι σχεδόν παίζουν Γιάννη Παυλίδη, διότι πήρε τη μουσική του τόπου και τη βελτίωσε.

Π-Διακρίνω μια αγάπη με τη Κάρπαθο;

Ν-Μεγάλη! Μου αρέσουν πάρα πολύ τα Καρπάθικα. Έχω κάνει καλούς φίλους από εκεί, μουσικούς και μη. Ιδιαίτερη αδυναμία έχω στο Μανώλη Λεντάκη, που μου έφτιαξε και τη λύρα, τον Μιχάλη Μπαλασκά, και τον Μιχάλη Ζωγραφίδη, που με καλεί κάθε τόσο για να ακούσω τη λύρα του, δήθεν, και μου λέει μαντινάδες. Θυμάμαι σε ένα πανηγυράκι στα Κοσκινού, περνούσα με το αυτοκίνητο απέξω, και ακούω τη χαρακτηριστική φωνή του Ζωγραφίδη, να τραγουδά. Τράβηξα χειρόφρενο, πως δε σκότωσα κανέναν… Παρκάρω, και πάω και κάθομαι από κάτω του, τον κοιτάω έντονα. Με το που λέει μια μαντινάδα, του απαντάω απευθείας. Έλα που δεν είμαι τόσο καλός στις αυτοσχέδιες μαντινάδες, του λέω «Μιχάλη, παίξε μια Σούστα». Τη γλίτωσα, θα με κέρδιζε(γέλια). Την επόμενη μέρα τον πήρα και πήγαμε στον Λεντάκη, για «σεμινάριο» όπως τα λέει και ο Μανώλης. Άλλα παρόμοια γλεντάκια και με τον Μιχάλη τον Μπαλασκά στο ξυλουργείο του Μανώλη. Μαρέσει επίσης πάρα πολύ ο Μανώλης Σοφίλλας, έχει έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο που παίζει με πολύ γλυκό χρώμα.

Π-Είσαι ικανοποιημένος με το αποτέλεσμα του τραγουδιού;

Ν-Ναι, είμαι. Ελπίζω και στον κόσμο να αρέσει και σε λίγα χρόνια οι νέοι του νησιού να ενδιαφερθούν για τη μουσική της Ρόδου, και να έχω βάλει και εγώ το λιθαράκι μου στη προσπάθεια αυτή.

Π-Νίκο σε ευχαριστώ πολύ για τη συνέντευξη και όπως λέμε, καλοτάξιδο!

Ν-Εγώ σε ευχαριστώ Πάνο, και όπως γλεντήσαμε στο γάμο, έτσι να ξαναγλεντήσουμε μετά τη λήξη της καραντίνας, μαζί με τον Τσαμπίκο Φουτούλη που μας παίζει ωραία τα αρχαγγελίτικα!

Απολαύστε την σούστα :

Διαβάστε περισσότερα νέα εδώ