Ένα σπάνιο αρχαιολογικό εύρημα στην Κεντρική Ασία φέρνει ξανά στο φως την ισχυρή ελληνιστική παρουσία που διαμορφώθηκε μετά τις εκστρατείες του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
Σε λόφο του νότιου Ουζμπεκιστάν, στην περιοχή Sherobod της επαρχίας Surkhan Darya, αρχαιολόγοι εντόπισαν τα ίχνη ενός ελληνιστικού στρατιωτικού στρατοπέδου, το οποίο για χρόνια θεωρούνταν ένας απλός αγροτικός οικισμός. Η θέση είναι γνωστή ως Iskandar Tepa και βρίσκεται κοντά στην κοιλάδα Loylagan, σε σημείο με στρατηγική θέα προς την αρχαία Βακτριανή και τη Σογδιανή.
Η νέα ερμηνεία προέκυψε μέσα από μελέτη διεθνούς ερευνητικής ομάδας, με επικεφαλής τον Ladislav Stančo του Πανεπιστημίου του Καρόλου. Με τη χρήση μαγνητομετρίας και ραντάρ διείσδυσης εδάφους, οι επιστήμονες αποκάλυψαν μια μεγάλη οβάλ περιμετρική τάφρο, μήκους σχεδόν 400 μέτρων, η οποία περικλείει έκταση περίπου 1,2 εκταρίων.
Το εντυπωσιακό είναι ότι η τάφρος δεν ήταν ορατή ούτε από το έδαφος ούτε από δορυφορικές εικόνες. Αποκαλύφθηκε μόνο χάρη στις γεωφυσικές μεθόδους. Οι ανασκαφές επιβεβαίωσαν στη συνέχεια την ύπαρξή της, ενώ στην εσωτερική πλευρά βρέθηκαν τρύπες για πασσάλους, πιθανότατα από ελαφριά ξύλινη αμυντική κατασκευή.
Η εικόνα που προκύπτει δεν παραπέμπει σε μόνιμη πόλη ή μεγάλο πέτρινο φρούριο, αλλά σε οργανωμένη στρατιωτική εγκατάσταση προσωρινού χαρακτήρα. Ένα φυλάκιο, δηλαδή, που πιθανόν εξυπηρετούσε τον έλεγχο δρόμων, κοιλάδων και περασμάτων στα όρια του ελληνιστικού κόσμου της Κεντρικής Ασίας.
Στο εσωτερικό του χώρου εντοπίστηκαν μεγάλα κεραμικά αγγεία αποθήκευσης, γνωστά ως khums, βυθισμένα στο έδαφος. Σε αρκετά από αυτά βρέθηκαν λευκές ασβεστολιθικές αποθέσεις, γεγονός που οδήγησε τους ερευνητές στην εκτίμηση ότι ίσως χρησιμοποιούνταν για αποθήκευση υγρών, πιθανότατα νερού.
Η υπόθεση αυτή θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική, καθώς στην κορυφή του λόφου δεν έχει εντοπιστεί πηγή ή πηγάδι. Για μια στρατιωτική εγκατάσταση σε ημι-άνυδρο περιβάλλον, η εξασφάλιση νερού ήταν ζωτικής σημασίας. Ένα γραμμικό χαρακτηριστικό στη βόρεια πλαγιά ερμηνεύεται μάλιστα ως πιθανό κανάλι που μετέφερε νερό προς τον χώρο.
Η χρονολόγηση βασίζεται σε κεραμικά και μεταλλικά ευρήματα, κυρίως νομίσματα που συνδέονται με Ελληνο-Βακτριανούς ηγεμόνες, όπως ο Διόδοτος Β΄, ο Ευθύδημος Α΄ και ο Δημήτριος Α΄.
Σύμφωνα με τους ερευνητές, η κύρια χρήση του χώρου τοποθετείται πιθανότατα στον 2ο αιώνα π.Χ., με ενδεχόμενη συνέχεια και στον 1ο αιώνα π.Χ.. Πρόκειται για μια περίοδο κατά την οποία οι Ελληνο-Βακτριανοί ηγεμόνες διατηρούσαν ισχυρή παρουσία στην Κεντρική Ασία, συνεχίζοντας την πολιτιστική και στρατιωτική κληρονομιά που άφησε πίσω της η εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου.


