26°C54%

Νέα μελέτη: Η βιταμίνη C έδειξε απρόσμενο σήμα επιβίωσης σε προκαρκινικές παθήσεις του αίματος

Βιταμίνη C και καρκίνος του αίματος: Νέα κλινική μελέτη έδειξε απρόσμενο σήμα επιβίωσης

Μια νέα τυχαιοποιημένη κλινική μελέτη φέρνει ξανά τη βιταμίνη C στο επίκεντρο της έρευνας για ορισμένες προκαρκινικές και πρώιμες αιματολογικές παθήσεις. Τα αποτελέσματα είναι ενδιαφέροντα, αλλά χρειάζονται ιδιαίτερα προσεκτική ερμηνεία: η μελέτη δεν απέδειξε ότι η βιταμίνη C θεραπεύει τον καρκίνο ούτε πέτυχε το βασικό της καταληκτικό σημείο.

Παρόλα αυτά, οι ερευνητές εντόπισαν ένα αξιοσημείωτο σήμα στη μακροχρόνια παρακολούθηση. Σχεδόν τρία χρόνια μετά την έναρξη της μελέτης, είχαν καταγραφεί 11 θάνατοι στην ομάδα της βιταμίνης C έναντι 24 στην ομάδα του placebo. Επειδή όμως η επιβίωση αξιολογήθηκε σε διερευνητική ανάλυση και όχι ως το κύριο αποτέλεσμα για το οποίο είχε σχεδιαστεί η δοκιμή, το εύρημα δεν μπορεί ακόμη να θεωρηθεί οριστική απόδειξη οφέλους.

Η μελέτη EVITA δημοσιεύθηκε διαδικτυακά στις 21 Σεπτεμβρίου 2026 στο επιστημονικό περιοδικό CANCER της American Cancer Society και αποτελεί την πρώτη τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή και ελεγχόμενη με placebo κλινική δοκιμή που εξέτασε από του στόματος βιταμίνη C σε αυτή τη συγκεκριμένη ομάδα ασθενών.

Η πρωτογενής επιστημονική δημοσίευση είναι διαθέσιμη μέσω του DOI 10.1002/cncr.70549.

Τι ακριβώς εξέτασαν οι επιστήμονες

Στη δοκιμή συμμετείχαν 109 ασθενείς από τη Δανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες με κλωνική κυτταροπενία ακαθόριστης σημασίας, γνωστή ως CCUS, ή με μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο χαμηλότερου κινδύνου και συναφείς πρώιμες μυελοειδείς κακοήθειες.

Πρόκειται για καταστάσεις στις οποίες υπάρχουν παθολογικοί κλώνοι αιμοποιητικών κυττάρων και οι οποίες, σε ένα μέρος των ασθενών, μπορούν μελλοντικά να εξελιχθούν σε οξεία μυελογενή λευχαιμία. Την περίοδο ένταξής τους στη μελέτη οι συμμετέχοντες δεν λάμβαναν αντικαρκινική θεραπεία.

Οι ερευνητές χώρισαν τυχαία τους ασθενείς σε δύο ομάδες. Οι 55 έλαβαν 1.000 mg βιταμίνης C από το στόμα κάθε ημέρα επί 12 μήνες, ενώ οι υπόλοιποι 54 έλαβαν πανομοιότυπο placebo. Ούτε οι ασθενείς ούτε οι ερευνητές γνώριζαν ποιος λάμβανε την πραγματική βιταμίνη κατά τη διάρκεια της θεραπείας.

Περισσότεροι από τους μισούς συμμετέχοντες είχαν ανεπάρκεια βιταμίνης C κατά την έναρξη της μελέτης. Στην ομάδα που έλαβε το συμπλήρωμα, τα επίπεδά της αποκαταστάθηκαν.Το κύριο αποτέλεσμα δεν ήταν θετικό

Το σημαντικότερο στοιχείο για τη σωστή ανάγνωση της έρευνας είναι ότι το προκαθορισμένο κύριο καταληκτικό σημείο της δοκιμής δεν παρουσίασε σημαντική διαφορά.

Οι επιστήμονες εξέταζαν εάν η βιταμίνη C θα μπορούσε να επηρεάσει τον ρυθμό ανάπτυξης των παθολογικών κλώνων των κυττάρων του αίματος. Μετά τη θεραπεία δεν διαπιστώθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά σε αυτό το μέτρο ανάμεσα στη βιταμίνη C και το placebo.

Αυτό σημαίνει ότι η μελέτη δεν απέδειξε πως η καθημερινή λήψη βιταμίνης C ανέστειλε την κλωνική εξέλιξη της νόσου ή εμπόδισε την πορεία προς λευχαιμία.Το εύρημα που προκάλεσε ενδιαφέρον

Η έκπληξη προέκυψε όταν οι ερευνητές εξέτασαν την πορεία των ασθενών για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

Με διάμεση παρακολούθηση 33,6 μηνών, καταγράφηκαν συνολικά 35 θάνατοι. Από αυτούς, 24 σημειώθηκαν μεταξύ των ασθενών που είχαν λάβει placebo και 11 μεταξύ εκείνων που είχαν λάβει βιταμίνη C.

Η ανάλυση έδειξε υψηλότερη πιθανότητα επιβίωσης στην ομάδα της βιταμίνης C. Πρόκειται όμως για διερευνητικό αποτέλεσμα. Η μελέτη φάσης 2 ήταν σχετικά μικρή και δεν σχεδιάστηκε πρωτίστως ώστε να αποδείξει διαφορά στη συνολική επιβίωση.

Για αυτό και οι ίδιοι οι ερευνητές αποφεύγουν να χαρακτηρίσουν τη βιταμίνη C θεραπεία ή να προτείνουν αλλαγή της κλινικής πρακτικής με βάση τα σημερινά δεδομένα.Διαφορές και στις ανεπιθύμητες ενέργειες

Κατά τη διάρκεια της μελέτης και της παρακολούθησης καταγράφηκαν επίσης διαφορές σε ορισμένα προβλήματα υγείας. Αναιμία, πνευμονία, οξεία άσηπτη αρθρίτιδα και εσωτερικές αιμορραγίες εμφανίστηκαν λιγότερο συχνά στην ομάδα της βιταμίνης C, ενώ γαστρεντερικά προβλήματα καταγράφηκαν συχνότερα.

Οι παρατηρήσεις αυτές είναι ενδιαφέρουσες, αλλά επειδή αφορούν επιμέρους συμβάντα σε μικρό αριθμό ασθενών δεν πρέπει να ερμηνεύονται ως απόδειξη ότι η βιταμίνη C προλαμβάνει τις συγκεκριμένες επιπλοκές.Γιατί εξετάζουν τη βιταμίνη C στις μυελοειδείς παθήσεις

Η επιστημονική λογική πίσω από τη μελέτη δεν βασίζεται απλώς στη γενική ιδέα ότι η βιταμίνη C είναι αντιοξειδωτική ουσία.

Η βιταμίνη C λειτουργεί ως συμπαράγοντας ενζύμων της οικογένειας TET, τα οποία συμμετέχουν στην επιγενετική ρύθμιση και στον έλεγχο της ενεργοποίησης των γονιδίων. Μεταλλάξεις και μειωμένη λειτουργία του TET2 εμφανίζονται συχνά σε κλωνικές αιματολογικές διαταραχές και σε μυελοειδείς κακοήθειες.

Οι ερευνητές παρατήρησαν επίσης μεταβολές σε ορισμένες κυτοκίνες, δηλαδή μόρια που συμμετέχουν στην επικοινωνία του ανοσοποιητικού συστήματος και στη φλεγμονή. Το μοτίβο αυτών των αλλαγών θεωρήθηκε συμβατό με ευνοϊκότερη βιολογική εικόνα, χωρίς όμως να έχει αποδειχθεί ότι οι μεταβολές αυτές εξηγούν τη διαφορά στην επιβίωση.Πόσο ισχυρά είναι τα στοιχεία

Ο σχεδιασμός της EVITA είναι ισχυρότερος από μια απλή παρατηρητική μελέτη, επειδή πρόκειται για τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή και ελεγχόμενη με placebo δοκιμή. Αυτό μειώνει σημαντικά την πιθανότητα αρκετών μορφών μεροληψίας.

Υπάρχουν όμως σοβαροί περιορισμοί. Συμμετείχαν μόνο 109 άνθρωποι, το βασικό καταληκτικό σημείο δεν έδειξε σημαντικό όφελος και η διαφορά στην επιβίωση προέκυψε από διερευνητική ανάλυση. Επιπλέον, η τυχαιοποιημένη θεραπεία διήρκεσε μόνο έναν χρόνο. Μετά το τέλος αυτής της περιόδου, η χρήση βιταμίνης C ή άλλων θεραπειών μπορούσε να αλλάξει και επομένως να επηρεάσει τα μακροχρόνια αποτελέσματα.

Για να διαπιστωθεί εάν η διαφορά στους θανάτους ήταν πραγματικό αποτέλεσμα της παρέμβασης και όχι ένα εύρημα που προέκυψε λόγω του μικρού δείγματος ή άλλων παραγόντων, απαιτείται πολύ μεγαλύτερη κλινική δοκιμή.

Οι ερευνητές έχουν ήδη ανακοινώσει ότι σχεδιάζεται μελέτη φάσης 3, η οποία αναμένεται να ξεκινήσει στις αρχές του 2027 και θα εξετάσει ειδικά εάν το πιθανό όφελος στην επιβίωση μπορεί να επιβεβαιωθεί.Δεν είναι σύσταση για λήψη υψηλών δόσεων βιταμίνης C

Το αποτέλεσμα της EVITA δεν σημαίνει ότι οι ασθενείς με αιματολογική νόσο πρέπει να αρχίσουν μόνοι τους να λαμβάνουν 1.000 mg βιταμίνης C την ημέρα. Η δόση που χρησιμοποιήθηκε στη μελέτη ήταν συγκεκριμένη, οι συμμετέχοντες είχαν συγκεκριμένες διαγνώσεις και παρακολουθούνταν στο πλαίσιο κλινικής δοκιμής.

Δεν υπάρχουν από αυτή τη μελέτη στοιχεία ότι η ίδια παρέμβαση ωφελεί ανθρώπους με άλλους καρκίνους, ασθενείς που λαμβάνουν αντικαρκινική θεραπεία ή υγιή άτομα. Τα συμπληρώματα μπορούν επίσης να έχουν ανεπιθύμητες ενέργειες ή να μην είναι κατάλληλα για ορισμένους ασθενείς και για αυτό η χρήση υψηλών δόσεων πρέπει να συζητείται με τον θεράποντα ιατρό.

Η πραγματική σημασία της νέας μελέτης είναι διαφορετική. Για πρώτη φορά, μια ελεγχόμενη ανθρώπινη κλινική δοκιμή έδωσε ένα ενδιαφέρον σήμα ότι η αποκατάσταση της βιταμίνης C σε συγκεκριμένες πρώιμες μυελοειδείς διαταραχές μπορεί να έχει βιολογικές και ενδεχομένως κλινικές επιδράσεις που αξίζει να εξεταστούν σε πολύ μεγαλύτερο πληθυσμό.

Το εάν αυτό το σήμα θα μετατραπεί τελικά σε πραγματική θεραπευτική στρατηγική θα κριθεί από την επόμενη, μεγαλύτερη κλινική δοκιμή.

Διαβάστε επίσης: Όλα τα νέα της ημέρας στο Rodosreport.gr

Pin It on Pinterest