Η βίλλα του Μουσολίνι στο Αιγαίο και το άγαλμα του Καίσαρα στην Ρόδο

Ο χαρακτήρας του Μπενιτο Μουσολίνι επιδέχεται πολλούς χαρακτηρισμούς.

Μεγαλομανής, εγωιστής, άφρων, σατανικός, μοχθηρός.

Σχεδίαζε μεθοδικά για τον εαυτό του τον ρόλο του… Καίσαρα στην νέα ρωμαϊκή αυτοκρατορία που έκτιζε με τους φασιστές συνεργάτες του-πραιτοριανούς-, όπως ο περιβόητος κόμης Τσέζαρε Μαρία Ντε Βέκι, που έκανε σημεία και τέρατα στα Δωδεκάνησα κατά την ιταλική κατοχή, με πράξεις και αποφάσεις που κυκλοφορούν μέχρι σήμερα στην Ρόδο ως ανέκδοτα!

Μάλιστα, έφτασε στο σημείο να κτίσει και μια πολυτελέστατη βίλλα, δώρο στον Μουσολίνι για τις καλοκαιρινές του διακοπές!

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΙΤΑΛΟΥ ΔΙΚΤΑΤΟΡΑ

Η βίλα Ντε Βέκι χτίστηκε στη άκρη ενός βράχου από τις ιταλικές αρχές, το 1936. Εκεί, στο όρος Προφήτη Ηλία, το ιστορικό διώροφο κτίσμα συνολικής επιφανείας 757 τετραγωνικών μέτρων, στέκει αγέρωχα, προβάλλοντας μία επίμονη αντίσταση στη φθορά και τις λεηλασίες των τελευταίων δεκαετιών.

Το εξοχικό σπίτι πήρε το όνομά του από τον Ιταλό διοικητή Δωδεκανήσων κόμη Τσέζαρε Μάριο Ντε Βέκι.

Ο ίδιος φρόντιζε να κάνει ό, τι περνούσε από το χέρι του, προκειμένου να γίνεται λήπτης της αποκλειστικής εύνοιας του Ιταλού δικτάτορα Μπενίτο Μουσολίνι, ο οποίος ενίσχυσε θεαματικά τη θέση του στην πολιτική σκακιέρα της Ευρώπης κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου.

Η επιβλητική βίλα χρησιμοποιούνταν ως θερινό ανάκτορο του Ιταλού βασιλιά Βιτόριο Εμανουέλε του Γ’ και αργότερα ως θέρετρο της ελληνικής βασιλικής οικογένειας. 

Στόχος ήταν να χρησιμοποιηθεί και ως θερινή κατοικία του Μουσολίνι στα γηρατειά του, αλλά αυτό δεν κατέστη εφικτό, αφού ο Μουσολίνι πυροβολήθηκε, κρεμάστηκε και λιθοβολήθηκε από τους Ιταλούς σε πλατεία στο Μιλάνο, το 1945.

Η ανέγερση ενός πολυτελούς κτιρίου μέσα στο δάσος, με την κομψότητα μάλιστα της ιταλικής αρχιτεκτονικής και με εκπληκτική θέα, θα ευχαριστούσε τον Ντούτσε και θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία χαλάρωσης και αναψυχής. 

Παράλληλα, λόγω της θέσης της, θα ήταν εύκολα φρουρούμενη, καθώς επέτρεπε την πανοραμική επίβλεψη της ευρύτερης περιοχής.

Η βίλα βρίσκεται σε ύψος περίπου 800 μέτρων πάνω στον λόφο του Προφήτη Ηλία και απέχει 40-45 λεπτά από την πόλη και το αεροδρόμιο της Ρόδου.

Στο ίδιο οικόπεδο υπάρχουν και άλλα μικρότερα βοηθητικά κτίρια, ενώ η βίλα συνορεύει με δύο υπέροχα ιστορικά σαλέ, το “Έλαφος” και την “Ελαφίνα”, τα οποία έχτισαν οι Ιταλοί για τους αξιωματικούς τους και λειτούργησαν στη συνέχεια ως ξενοδοχεία.

Αρχικά, το 1929 χτίστηκε το ξενοδοχείο του “Ελάφου” και το 1930 πρόσθεσαν στο ισόγειο ένα εστιατόριο με μεγάλη βεράντα από πάνω του, μια μεγάλη πίστα χορού και ένα γήπεδο τένις. 

Το 1932 κατασκευάζουν δίπλα στο ξενοδοχείο “Έλαφος” μια νέα ανεξάρτητη πτέρυγα που της δόθηκε το όνομα “Ελαφίνα” και πλέον το συγκρότημα γίνεται γνωστό με το περίεργο όνομα “Έλαφος και Ελαφίνα”.

 Έκτοτε χρησιμοποιείται ως ξενοδοχείο.

Η έκταση εντός της οποίας βρίσκεται η Villa de Vecchi φτάνει συνολικά τα 8.100 τ.μ. και είναι απερίφρακτη και εκτός σχεδίου, με έντονες κλίσεις και πολύ πυκνή βλάστηση, η οποία σήμερα δεν φέρει επίσημο χαρακτηρισμό από το Δασαρχείο Ρόδου. 

Η έκταση ανήκει επίσης σε προστατευμένη περιοχή Natura 2000, Ζ.Ε.Π. (Ζώνη Ειδικής Προστασίας), και αντιμετωπίζει ειδικούς περιβαλλοντικούς περιορισμούς και δεσμεύσεις. 

Επίσης τμήμα της ιδιοκτησίας επιφανείας 6.250.000 μ2 περίπου, έχει χαρακτηρισθεί και έχει υπαχθεί σε Ειδική Ζώνη Διατήρησης.

Σήμερα η βίλα του Μουσολίνι αποτελεί ένα από τα 14 εγκαταλελειμμένα ακίνητα που το ΤΑΙΠΕΔ βγάζει στο σφυρί, προκειμένου να αξιοποιηθούν τουριστικά, να μετατραπούν άμεσα σε πολυτελή ακίνητα και να ανοίξουν την όρεξη επενδυτών.

ΤΑ ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΤΟΥ ΝΤΕ ΒΕΚΙ

Ο Τσέζαρε Μαρία Ντε Βέκι διορίστηκε στρατιωτικός διοικητής Δωδεκανήσων από τον Μουσολίνι  το 1936, για να αντικαταστήσει τον Μάριο Λάγκο, ο οποίος κρίθηκε ανεπαρκής.

Μέχρι το 1940 που ανακλήθηκε στην Ιταλία και διορίστηκε μέλος του Μεγάλου Φασιστικού Συμβουλίου, τασσόμενος ωστόσο το 1943 υπέρ της αποπομπής του Μουσολίνι, η Ρόδος υπέστη πολλά από τη σκληρή διακυβέρνησή του.

 Άσκησε σκληρή πολιτική και επιδίωξε τον γοργό εξιταλισμό των νησιωτών κλείνοντας τα ελληνικά σχολεία και επιβάλλοντας την εκμάθηση της ιταλικής γλώσσας.

Στο  το βιβλίο του «Τα Νιοχωρίτικα» ο Αντώνης Βρατσάλης, περιγράφει γλαφυρά τα εργα και τις ημέρες του Ιταλού διοικητή που άφησαν εποχή και σκόρπισαν άφθονο γέλιο στην Ρόδο.

«Όταν ήρτε στη Ρόδο ο Ντε Βέκι, το Δεκέμβρη του 1936, κι είδε τα ωραία οικοδομήματα του Μάριο Λάγκο, (τον οποίο αντικατέστησε), κι άκουσε τους ντόπιους να μιλούν ακόμα ελληνικά, από το κακό του τον έπιασε «πράμα» όπως  λέει ο λαός και βάλτηκε ν΄ αλλάξει την όψη της πόλης και τη γλώσσα του κόσμου. 

Κι όταν στην πρώτη τους συνάντηση πήγαν να τον δουν τα μέλη του Κοινοτικού Ορθόδοξου Συμβουλίου, πήρε ύφος Ρωμαίου αυτοκράτορα και να τι τους είπε:

«Από σας κύριοι θέλω πειθαρχία. Πειθαρχία παντού, κι από όλους. Και καμιά επαφή με τους ξένους. 

Αν παρατηρήσω απείθεια, αν είναι ένας θα τον  περιφρονήσω. 

Αν είναι δύο θα τους βάλω φυλακή.

 Αν είναι περισσότεροι θα τους τουφεκίσω.

 Πηγαίνετε».

Και επειδή δεν είχε εμπιστοσύνη στα μέλη του Κοινοτικού  ότι δεν θα έχουν επαφές με τους… ξένους, δηλαδή με το ελληνικό προξενείο, την άλλη μέρα διέλυσε το Ορθόδοξο Συμβούλιο. 

Μετά έκλεισε τα ελληνικά σχολεία, κυνήγησε τους εκπαιδευτικούς και κουβάλησε από την Ιταλία εκατοντάδες δασκάλους και δασκαλίτσες για να διδάξουν τα Ιταλικά στα χωριά και στα νησιά.

Ύστερα τα βαλε με τα όμορφα κτήρια, να γκρεμίζει και να χτίζει.

 Ό,τι στρογγυλό και γυαλιστερό έμοιαζε με την καλοξυρισμένη κεφάλα του, το κοπάνιζε και το καμνε τεσσαροκάντουνο, ρωμαϊκού ρυθμού.

 Έτσι έκοψε τους περίφημους τρούλους του ξενοδοχείου των Ρόδων και του «Τσίρκολο» το θόλο (Ακταίον), εξαφάνισε τη μουσική εξέδρα στο Μαντράκι-η οποία ξαναχτίστηκε μετά την απελευθέρωση από το Δήμο-το ωραίο αέτωμα του Δικαστηρίου και τη γωνιά του κτιρίου με το ανάγλυφο του Άη Γιώργη που κονταρομαχούσε με το θεριό.

Είχε σκοπό να φάει τους τρούλους της Ροδιακής Λέσχης Κυνηγών, της Αγοράς και του Ψαροπωλείου, των Πηγών Καλλιθέας και της παραθαλάσσιας Ρόντας, αλλά τον πρόλαβε ο πόλεμος και του κοψε τη φόρα ή πιο σωστά του άλλαξε την έμπνευση.

 Γιατί, άφησε ήσυχους τους τρούλους και ξεθύμανε στους τεντζερέδες και τα μπακιρικά των νοικοκυράδων.

ΟΙ ΚΑΤΣΑΡΟΛΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΚΑΝΟΝΙΑ

Μετα ο Ντε Βέκι έβγαλε «ντεκρέτο» να μαζευτούν όλα τα μπρούτζινα κουζινικά, στις αυλές των δημοτικών σχολείων, προσφορά δήθεν του ροδιακού λαού, για να γίνουν κανόνια, να δυναμώσει η Ιταλία και να κάμει ο Ντούτσε το Ιμπέρο Ρομάνο.

 Αλλά πού να πεισθούν οι Νιοχωρίτισσες,  ν΄ αποχωριστούν τους τετζερέδες  και τα ταψιά τους που τάχαν σαν ιερά κειμήλια?

Μάζεψαν λοιπόν κι αυτές όλα τα σπασμένα θυμιατά, τις κουτάλες της σούπας και τα παλιοσίδερα του σιδερώματος, τους χαλασμένους μύλους του καφέ και τα γουδιά με τα γουδόχερα και τα δωσαν «μπρόντζο περ λα πάτρια».

-«Να, πάρτα αντίχριστε, που να δώσει ο Θεός να σου τα βάλουν στο λάκκο σου….» ευχήθηκαν οι νοικοκυρές, με όλη τους την καρδιά.

Όταν τον Απρίλη του 1939 ο Μουσολίνι βούτηξε την Αλβανία, ο Ντε Βέκκι εδώ, θέλοντας να προπαγανδίσει το κατόρθωμα και να δείξει πόσο ήσυχα και ωραία γίναν αδερφοποιτοί οι φασίστες με τους αρβανίτες, έδωσε διαταγή να σημαιοστολιστεί διπλά η Ρόδος με Ιταλικές και Αλβανικές σημαίες.

ΤΟ ΑΓΑΛΜΑ ΤΟΥ ΚΑΙΣΑΡΑ ΣΤΗΝ ΡΟΔΟ

Όταν ο Ντε Βέκι, γκρέμισε το αρχοντικό της Βενετοκλήδαινας, απέναντι από το Διοικητήριο, (κτήριο της Περιφέρειας σήμερα), κι έχτισε το Δημαρχείο, το θέατρο Πουτσίνι (Εθνικό Θέατρο) και τ΄ άλλα ρωμαϊκού ρυθμού κτίρια, ο Ντούτσε του στειλε δώρο από τη Ρόμα πέντε μπρούτζινους ανδριάντες Ρωμαίων αυτοκρατόρων, για να στολίσει τη Ρόδο. Και εκείνος διάταξε συγκέντρωση –αντουνάτα- υποχρεωτική στο Μαντράκι. Κλείσαν τα μαγαζιά και μαζεύτηκε ο κόσμος να μάθει και να χαρεί πολύ για το ρεγάλο του Μουσολίνι.

Έτσι στήθηκαν στην πλατεία του Δημαρχείου ο Ιούλιος Καίσαρ, και ο Οκταβιανός Αύγουστος, πίσω από το Γκοβέρνο ο Αντωνίνος ο Ευσεβής, στο Μαντράκι στη θέση της μουσικής εξέδρας ο Τιβέριος και στην είσοδο της Παλιάς Πόλης κοντά στην πύλη με τα ελαφάκια ο Διοκλητιανός.

 Ο Ντε Βέκι πολύ τους θαύμαζε τους μπρούτζινους συμπατριώτες προγόνους του που του χάριζαν κάποια γεύση από την ψευδαίσθηση του Ιμπέρο Ρομάνο. 

Έβγαινε τακτικά στον εξώστη του Διοικητηρίου, τους καμάρωνε και νοερά τους χαιρετούσε:

 «Άβε Τσέζαρ». 

Κι εκείνοι πάλι κοίταζαν το συνονόματό τους κόντε Τσέζαρε ντι Βαλ Τσισμόν από την πλατεία του Δημαρχείου σκυθρωποί, με υψωμένο το δεξί μπρούτζινο χέρι και σιωπηλοί τον φασκέλωναν ρομαναμέντε.

Σήμερα, οι μπρούτζινοι Ρωμαίοι αυτοκράτορες, παρέα με τη Λύκαινα της Ρώμης που στεκόταν υπομονετικά να τη βυζαίνουν ο Ρέμος και ο Ρωμύλος, κι ήταν στημένη στη μια κολώνα του λιμανιού, δίπλα στην άλλη με το Ελάφι της Ρόδου, αναπαύονται ανάσκελα στον χορταριασμένο χώρο ριγμένοι πίσω από το Καστέλλο.

Πληροφορίες

Βιβλίο «Τα Νιοχωρίτικα» του Αντώνη Βρατσάλη

Πηγή: militaire.gr

Pin It on Pinterest

Share This