Το Πολεμικό Ναυτικό προχωρά στην ενίσχυση των νέων φρεγατών FDI/Belharra με οργανικά μη επανδρωμένα μέσα, καθώς έχει πλέον συμφωνήσει και παραγγείλει UAS Camcopter S-100 της αυστριακής Schiebel για επιχειρήσεις από τα γαλλικής κατασκευής πλοία του στόλου.
Η πρώτη ελληνική FDI, η φρεγάτα «ΚΙΜΩΝ», η οποία κατέπλευσε στην Ελλάδα τον Ιανουάριο, αναμένεται να παραλάβει το σύστημα την άνοιξη του 2026, σύμφωνα με την εταιρεία. Η επιχειρησιακή αξιοποίησή του θα ξεκινήσει αφού ολοκληρωθεί η εκπαίδευση ελληνικής ομάδας προσωπικού του Ναυτικού.
Τα S-100 προορίζονται να καλύψουν ένα ευρύ φάσμα αποστολών, όπως θαλάσσια ασφάλεια, έρευνα και διάσωση, ανθυποβρυχιακές επιχειρήσεις, καθώς και επιτήρηση της ΑΟΖ και γενικότερα παρακολούθηση περιβάλλοντος και θαλάσσιου χώρου.




Το μη επανδρωμένο σύστημα κάθετης απογείωσης και προσγείωσης θα φέρει ηλεκτροοπτικό/υπέρυθρο αισθητήρα Wescam MX-10, καθώς και ωφέλιμο φορτίο Overwatch Imaging PT-8 Oceanwatch, ενισχύοντας τις δυνατότητες επιτήρησης και συλλογής εικόνας/δεδομένων από μεγάλες αποστάσεις.
Πέρα από τον «ΚΙΜΩΝΑ», το Camcopter S-100 προβλέπεται να ενσωματωθεί και στις δύο ακόμη φρεγάτες που έχουν ήδη παραγγελθεί, τον «ΝΕΑΡΧΟ» και τον «ΦΟΡΜΙΩΝΑ», οι οποίες τοποθετούνται χρονικά για παράδοση στα τέλη του 2026 και στις αρχές του 2027 αντίστοιχα. Η Schiebel σημειώνει πως οι φρεγάτες είναι προ-εξοπλισμένες για την ενσωμάτωση του S-100, κάτι που διευκολύνει την ταχεία εγκατάσταση και τη γρήγορη ένταξη σε επιχειρησιακή χρήση.
Η Ελλάδα έχει παραγγείλει συνολικά τέσσερα πλοία κλάσης Belharra, εκτοπίσματος περίπου 4.000 τόνων, ενώ σύμφωνα με την εταιρεία, ένα επιπλέον σύστημα θα λειτουργεί από ξηράς, τόσο για εκπαίδευση όσο και για την ενίσχυση της διατήρησης ικανότητας των χειριστών.
Ο πρόεδρος του Ομίλου Schiebel, Hans Georg Schiebel, υποστηρίζει ότι, χάρη στην αντοχή και την επιχειρησιακή του απόδοση στη θάλασσα, το S-100 θα προσφέρει εκτεταμένη επίγνωση κατάστασης, ενισχύοντας τις δυνατότητες των μονάδων επιφανείας του Πολεμικού Ναυτικού.
Τέλος, η διαδικασία προμήθειας είχε προχωρήσει θεσμικά από το καλοκαίρι του 2025: η αγορά εγκρίθηκε στα τέλη Ιουνίου 2025 από την αρμόδια επιτροπή της Βουλής και έλαβε το τελικό «πράσινο φως» από το ΚΥΣΕΑ τον Ιούλιο 2025.
