22°C55%

«Ασπίδα του Αχιλλέα»: Στην τελική ευθεία ο νέος αμυντικός θόλος της Ελλάδας

Σε μια από τις μεγαλύτερες αναμορφώσεις της ελληνικής αεράμυνας των τελευταίων δεκαετιών εισέρχεται η χώρα, με το πρόγραμμα «Ασπίδα του Αχιλλέα» να περνά πλέον στο επόμενο στάδιο.

Για τη Δευτέρα 31 Αυγούστου αναμένονται οι συμφωνίες μεταξύ Ελλάδας και Ισραήλ που θα ανοίξουν τον δρόμο για τη δημιουργία ενός ενιαίου δικτύου άμυνας απέναντι σε αεροπορικές και πυραυλικές απειλές, καθώς και σε μη επανδρωμένα αεροσκάφη.

Το συνολικό κόστος υπολογίζεται σε περισσότερα από 3 δισ. ευρώ, ενώ σε διεθνείς εκτιμήσεις το ύψος του προγράμματος έχει τοποθετηθεί ακόμη και κοντά στα 3,5 δισ. ευρώ.

Η επένδυση αποτελεί μέρος του ευρύτερου προγράμματος εκσυγχρονισμού των Ενόπλων Δυνάμεων, το οποίο προβλέπει δαπάνες δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ σε βάθος χρόνου.

Δεν πρόκειται για ένα μόνο αντιαεροπορικό σύστημα

Η βασική διαφοροποίηση της «Ασπίδας του Αχιλλέα» είναι ότι δεν σχεδιάζεται ως μια μεμονωμένη αγορά οπλικού συστήματος.

Η φιλοσοφία του προγράμματος βασίζεται στη δημιουργία πολλαπλών ζωνών προστασίας, οι οποίες θα λειτουργούν συνδυαστικά και θα καλύπτουν διαφορετικές αποστάσεις και διαφορετικούς τύπους απειλών.

Στο ίδιο δίκτυο προβλέπεται να ενσωματωθούν τα συστήματα που ήδη διαθέτουν οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις, μαζί με νέα ραντάρ, αισθητήρες και συστήματα αναχαίτισης ισραηλινής τεχνολογίας.

Μεταξύ των οπλικών συστημάτων που έχουν συνδεθεί με τον σχεδιασμό βρίσκονται τα SPYDER, Barak MX και David’s Sling.

Κάθε σύστημα προορίζεται να καλύπτει διαφορετικό τμήμα της αεράμυνας, δημιουργώντας διαδοχικά επίπεδα αντιμετώπισης μιας εισερχόμενης απειλής.

Από drones μέχρι βαλλιστικούς πυραύλους

Ο νέος αμυντικός σχεδιασμός δεν περιορίζεται στην αντιμετώπιση συμβατικών αεροσκαφών.

Το δίκτυο προορίζεται να μπορεί να εντοπίζει και να αντιμετωπίζει μη επανδρωμένα αεροσκάφη, περιφερόμενα πυρομαχικά, πυραύλους cruise αλλά και βαλλιστικούς πυραύλους.

Η συνολική φιλοσοφία του προγράμματος επεκτείνεται παράλληλα στην αντιμετώπιση απειλών που μπορούν να προέρχονται από διαφορετικές κατευθύνσεις και επιχειρησιακά περιβάλλοντα.

Κομβικό στοιχείο θα αποτελέσει η διασύνδεση όλων των μέσων σε ένα κοινό σύστημα διοίκησης και ελέγχου.

Όλα τα δεδομένα σε ένα ενιαίο δίκτυο

Ραντάρ και αισθητήρες θα μεταφέρουν πληροφορίες σε πραγματικό χρόνο σε ένα κεντρικό σύστημα, το οποίο θα δημιουργεί ενιαία εικόνα της απειλής.

Στόχος είναι να περιοριστεί σημαντικά ο χρόνος από τον εντοπισμό ενός στόχου μέχρι την επιλογή του κατάλληλου μέσου αναχαίτισης.

Στον σχεδιασμό προβλέπεται και αξιοποίηση εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης, κυρίως για την ταχύτερη ταξινόμηση στόχων, την αξιολόγηση του επιπέδου κινδύνου και την επιλογή της καταλληλότερης αντίδρασης.

Ουσιαστικά, η Ελλάδα επιχειρεί να περάσει από τη λειτουργία ανεξάρτητων αντιαεροπορικών συστημάτων σε ένα ενιαίο ψηφιακό περιβάλλον αεράμυνας.

Ορίζοντας περίπου τριών ετών

Το χρονοδιάγραμμα που έχει τεθεί προβλέπει πλήρη επιχειρησιακή ανάπτυξη του συστήματος μέσα σε περίπου 35 μήνες.

Οι παραδόσεις, ωστόσο, αναμένεται να γίνονται σταδιακά, με τμήματα του νέου δικτύου να τίθενται σε λειτουργία πριν ολοκληρωθεί το σύνολο του προγράμματος.

Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται και στη συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας.

Η Αθήνα επιδιώκει ελληνική συμμετοχή τουλάχιστον 25%, με το αντικείμενο που μπορεί να αναλάβουν εγχώριες εταιρείες να αποτιμάται σε περισσότερα από 700 εκατ. ευρώ.

Στις ελληνικές απαιτήσεις περιλαμβάνεται και η μεταφορά τεχνογνωσίας και πηγαίου κώδικα για κρίσιμα τμήματα του συστήματος διοίκησης και ελέγχου.

Αλλάζει και ο επιχειρησιακός ρόλος των μαχητικών

Η εγκατάσταση ενός ολοκληρωμένου αμυντικού δικτύου επηρεάζει συνολικά και τον τρόπο με τον οποίο θα χρησιμοποιούνται άλλα σημαντικά μέσα των Ενόπλων Δυνάμεων.

Η δυνατότητα ενός αυτοματοποιημένου συστήματος να αναλάβει μεγαλύτερο μέρος της προστασίας του εθνικού εναέριου χώρου μπορεί να απελευθερώσει μαχητικά όπως τα Rafale και τα μελλοντικά F-35, αλλά και μονάδες του Πολεμικού Ναυτικού, από αποστολές που σήμερα απαιτούν σημαντικούς πόρους.

Η λογική είναι ότι τα αεροσκάφη και τα πλοία θα μπορούν να χρησιμοποιούνται περισσότερο σε αποστολές αποτροπής και σε επιχειρήσεις μεγαλύτερης απόστασης.

Στενή παρακολούθηση από την Τουρκία

Η εξέλιξη του ελληνικού προγράμματος παρακολουθείται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον και από την Άγκυρα.

Τουρκικά μέσα ενημέρωσης έχουν ήδη αναφερθεί στην πιθανότητα ανάπτυξης νέων ισραηλινών αντιαεροπορικών συστημάτων και σε περιοχές του ανατολικού Αιγαίου, συνδέοντας την εξέλιξη με τις ευρύτερες ισορροπίες στην περιοχή.

Για την Αθήνα, πάντως, ο βασικός στόχος είναι η δημιουργία μιας ενιαίας και πολυεπίπεδης αρχιτεκτονικής άμυνας, ικανής να ανταποκριθεί στις νέες μορφές απειλών που έχουν αναδειχθεί τα τελευταία χρόνια στα σύγχρονα πεδία επιχειρήσεων.

Εφόσον το πρόγραμμα προχωρήσει σύμφωνα με το προβλεπόμενο χρονοδιάγραμμα, μέσα στην επόμενη τριετία η ελληνική αεράμυνα θα έχει περάσει σε ένα εντελώς διαφορετικό μοντέλο λειτουργίας, με αισθητήρες, ραντάρ και συστήματα αναχαίτισης να επιχειρούν ως ένα ενιαίο δίκτυο.

Διαβάστε επίσης: Όλα τα νέα της ημέρας στο Rodosreport.gr

Ρίξτε μία Ματιά

Pin It on Pinterest