16°C88%

Οι Ροδίτες που έφυγαν το 1523 με τους ιππότες και δημιούργησαν μια νέα πατρίδα στη Μάλτα – Η επταετής περιπλάνηση και οι οικογένειες που άφησαν ιστορία

Την 1η Ιανουαρίου 1523, τα πλοία των Ιωαννιτών Ιπποτών εγκατέλειπαν τη Ρόδο, βάζοντας τέλος σε περισσότερα από 200 χρόνια ιπποτικής κυριαρχίας στο νησί. Πάνω στα πλοία δεν βρίσκονταν μόνο Ιππότες, στρατιώτες και αξιωματούχοι του Τάγματος. Μαζί τους αναχωρούσαν και Ροδίτες που είχαν αποφασίσει να εγκαταλείψουν τον τόπο τους, αφήνοντας πίσω σπίτια, περιουσίες, συγγενείς και μια ολόκληρη ζωή.

Αυτοί οι άνθρωποι δεν γνώριζαν ότι θα χρειάζονταν επτά χρόνια για να αποκτήσουν νέα μόνιμη πατρίδα.

Από τη Ρόδο θα περνούσαν στην Κρήτη, στη Σικελία, στην Ιταλία και σε λιμάνια της δυτικής Μεσογείου, μέχρι να καταλήξουν το 1530 στη Μάλτα. Εκεί θα δημιουργούσαν μια οργανωμένη ελληνική κοινότητα, με δικές της εκκλησίες, ιερείς, εμπόρους, τεχνίτες και οικογένειες που θα άφηναν το αποτύπωμά τους για πολλές γενιές.

Σχεδόν πέντε αιώνες αργότερα, ιστορικές μελέτες, συμβολαιογραφικές πράξεις, ιπποτικά έγγραφα, εκκλησιαστικά μητρώα και παλαιά δημοσιεύματα διατηρούν ονόματα ανθρώπων που ξεκίνησαν από τη Ρόδο και εγκαταστάθηκαν στη Μάλτα.

Ανάμεσά τους βρίσκονται οι οικογένειες Καλαμιά, Διασωρινού, Μετάξη, Φουντομάλη, Φαμιλιωμένου, Φλεβάρη, Mego και Caccialepre, καθώς και άλλοι Ροδίτες που έγιναν έμποροι, κληρικοί, γιατροί, δικαστές, ναυτικοί και τεχνίτες στη νέα τους πατρίδα.

Η πτώση της Ρόδου και η απόφαση της αναχώρησης

Το καλοκαίρι του 1522, ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής εξαπέλυσε μεγάλη στρατιωτική επιχείρηση εναντίον της Ρόδου, που αποτελούσε μία από τις σημαντικότερες βάσεις των Ιωαννιτών στην ανατολική Μεσόγειο.

Η πολιορκία κράτησε περίπου έξι μήνες. Οι Ιωαννίτες, υπό τον Μεγάλο Μάγιστρο Philippe Villiers de L’Isle-Adam, υπερασπίστηκαν την πόλη μαζί με στρατιώτες και κατοίκους, αντιμετωπίζοντας συνεχείς επιθέσεις, απώλειες και εξάντληση των εφοδίων.

Τον Δεκέμβριο του 1522 συμφωνήθηκε τελικά η παράδοση.

Οι όροι επέτρεπαν στους Ιωαννίτες να εγκαταλείψουν το νησί με τιμές, μεταφέροντας όπλα, προσωπικά αντικείμενα, αρχεία και πολύτιμα θρησκευτικά κειμήλια.

Δόθηκε επίσης η δυνατότητα αποχώρησης σε κατοίκους που δεν επιθυμούσαν να παραμείνουν υπό οθωμανική κυριαρχία.

Η πλειονότητα των Ελλήνων κατοίκων επέλεξε να παραμείνει στη Ρόδο. Ένα μέρος, ωστόσο, ακολούθησε τους Ιωαννίτες, είτε λόγω θρησκευτικών και πολιτικών φόβων είτε επειδή η οικονομική, επαγγελματική ή οικογενειακή ζωή του ήταν συνδεδεμένη με το Τάγμα.

Η απόφαση δεν ήταν εύκολη. Οι άνθρωποι αυτοί δεν γνώριζαν αν οι Ιωαννίτες θα αποκτούσαν νέα εδάφη ούτε αν οι ίδιοι θα μπορούσαν κάποτε να επιστρέψουν στη Ρόδο.

Πρωτοχρονιά του 1523: Η μεγάλη φυγή

Την 1η Ιανουαρίου 1523 πραγματοποιήθηκε η ιστορική αναχώρηση.

Στον στόλο του Τάγματος βρίσκονταν στρατιωτικοί, ναυτικοί, τεχνίτες, διοικητικοί υπάλληλοι, κληρικοί και οικογένειες που επέλεξαν να ακολουθήσουν τους Ιωαννίτες.

Οι ιστορικές πηγές διαφωνούν ως προς τον αριθμό των προσφύγων.

Παλαιότερες αφηγήσεις αναφέρουν αρκετές χιλιάδες Έλληνες, ενώ νεότερες επιστημονικές μελέτες θεωρούν ορισμένες από αυτές τις εκτιμήσεις υπερβολικές.

Ο ιστορικός Ζαχαρίας Τσιρπανλής εκτιμά ότι το 1530 βρίσκονταν στη Μάλτα περίπου 400 έως 1.000 Έλληνες πρόσφυγες, ενώ ο Stanley Fiorini αναφέρεται σε περίπου 500 Ροδίτες.

Οι αριθμοί δεν αφορούν απαραίτητα τον ίδιο πληθυσμό ή την ίδια χρονική στιγμή. Άλλο είναι πόσοι έφυγαν το 1523 και άλλο πόσοι έφτασαν και εγκαταστάθηκαν τελικά στη Μάλτα το 1530.

Μέχρι σήμερα δεν έχει εντοπιστεί ένας πλήρης, εξακριβωμένος ονομαστικός κατάλογος όλων των Ροδίων που επιβιβάστηκαν στα πλοία.

Πρώτος σταθμός η Κρήτη – Οι πρόσφυγες φτάνουν στον Χάνδακα

Μετά την αναχώρηση από τη Ρόδο, ο στόλος των Ιωαννιτών κατευθύνθηκε προς την Κρήτη.

Ο Χάνδακας, το σημερινό Ηράκλειο, βρισκόταν τότε υπό βενετική κυριαρχία και διέθετε ένα από τα σημαντικότερα λιμάνια της ανατολικής Μεσογείου.

Η Κρήτη αποτέλεσε τον πρώτο σημαντικό σταθμό της προσφυγικής περιπλάνησης.

Εκεί οι Ιωαννίτες ανασυγκρότησαν τις δυνάμεις τους και αναζήτησαν λύσεις για το μέλλον του Τάγματος.

Για τις οικογένειες των Ροδίων η αβεβαιότητα ήταν ακόμη μεγαλύτερη. Είχαν εγκαταλείψει τις εστίες τους και βρίσκονταν πλέον μακριά από το νησί τους, χωρίς εξασφαλισμένη κατοικία ή σαφή προορισμό.

Η Κρήτη δεν αποτέλεσε μόνιμη έδρα. Το ταξίδι συνεχίστηκε.

Η Μεσσήνη και οι σταθμοί της ιταλικής χερσονήσου

Επόμενος μεγάλος σταθμός ήταν η Μεσσήνη της Σικελίας, όπου το Τάγμα έφτασε την άνοιξη του 1523.

Η Μεσσήνη ήταν σημαντικό εμπορικό λιμάνι και μπορούσε να εξυπηρετήσει προσωρινά τον στόλο και τους ανθρώπους που τον ακολουθούσαν.

Οι Ιωαννίτες, ωστόσο, δεν μπορούσαν να παραμείνουν εκεί ως ανεξάρτητο Τάγμα με δική του εδαφική κυριαρχία.

Ακολούθησαν μετακινήσεις προς την ιταλική χερσόνησο, με σταθμούς όπως οι Βάιες κοντά στο Ποτσουόλι, η Τσιβιταβέκια και το Βιτέρμπο.

Το Βιτέρμπο απέκτησε ιδιαίτερη σημασία, καθώς εκεί οργανώθηκε προσωρινά η διοίκηση των Ιωαννιτών και λειτούργησαν εγκαταστάσεις του Τάγματος.

Αυτή η περίοδος δεν ήταν απλώς μια θαλάσσια περιπλάνηση. Ήταν μια συνεχής προσπάθεια ανασυγκρότησης της διοίκησης, των οικονομικών και των στρατιωτικών δυνάμεων των Ιωαννιτών.

Οι άνθρωποι που είχαν εγκαταλείψει τη Ρόδο βρίσκονταν ακόμη σε μεταβατική κατάσταση.

Από την Ιταλία στη Νίκαια και τη Βιλλφράνς

Το 1527, η εμφάνιση πανώλης στην περιοχή του Βιτέρμπο συνέβαλε σε νέα μετακίνηση.

Οι Ιωαννίτες πέρασαν από το Κορνέτο, το σημερινό Ταρκουίνια, και στη συνέχεια κατευθύνθηκαν προς τις περιοχές της Βιλλφράνς και της Νίκαιας, που τότε ανήκαν στις κτήσεις του Δούκα της Σαβοΐας.

Η Βιλλφράνς διέθετε φυσικό λιμάνι, κατάλληλο για τη φιλοξενία πλοίων και τη ναυτική δραστηριότητα του Τάγματος.

Στους τελευταίους σταθμούς πριν από τη Μάλτα περιλαμβάνονταν και οι Συρακούσες της Σικελίας.

Πρέπει να σημειωθεί ότι η γνωστή αυτή διαδρομή αφορά πρωτίστως τις μετακινήσεις της ηγεσίας και των εγκαταστάσεων των Ιωαννιτών.

Δεν έχει αποδειχθεί ότι κάθε προσφυγική οικογένεια ακολούθησε ακριβώς την ίδια πορεία ή παρέμεινε σε όλους τους σταθμούς.

Κάποιοι άνθρωποι μπορεί να εγκαταστάθηκαν προσωρινά σε διαφορετικές πόλεις, ενώ άλλοι ενδέχεται να αποχώρησαν από την ομάδα κατά τη διάρκεια της επταετίας.

1530: Η Μάλτα γίνεται η νέα πατρίδα

Η οριστική λύση δόθηκε το 1530.

Ο αυτοκράτορας Κάρολος Ε΄, ως βασιλιάς της Σικελίας, παραχώρησε στους Ιωαννίτες τη Μάλτα, το Γκόζο και το Κομίνο, καθώς και την Τρίπολη της βόρειας Αφρικής, υπό συγκεκριμένους όρους.

Η παραχώρηση συνδέθηκε με τη γνωστή συμβολική ετήσια υποχρέωση προσφοράς ενός γερακιού.

Στις 26 Οκτωβρίου 1530, το Τάγμα εγκαταστάθηκε επίσημα στη Μάλτα.

Ήταν το τέλος επτά ετών αναζήτησης νέας έδρας.

Μαζί με τους Ιωαννίτες εγκαταστάθηκαν και άνθρωποι που είχαν ακολουθήσει την έξοδο από τη Ρόδο.

Για τους πρόσφυγες που έφτασαν εκεί, η Μάλτα δεν θα ήταν πλέον ένας ακόμη προσωρινός σταθμός. Θα γινόταν ο τόπος όπου θα ζούσαν, θα εργάζονταν και θα μεγάλωναν τα παιδιά τους.

Μπίργκου (Birgu), γνωστό και ως Vittoriosa, και το ιστορικό λιμάνι της Μάλτας. Εδώ εγκαταστάθηκαν το 1530 οι Ιωαννίτες Ιππότες και οι Ροδίτες που τους ακολούθησαν μετά την πτώση της Ρόδου το 1522.
Μπίργκου (Birgu), γνωστό και ως Vittoriosa, και το ιστορικό λιμάνι της Μάλτας. Εδώ εγκαταστάθηκαν το 1530 οι Ιωαννίτες Ιππότες και οι Ροδίτες που τους ακολούθησαν μετά την πτώση της Ρόδου το 1522.

Το Μπίργκου – Η πρώτη μεγάλη κοινότητα των Ροδίων

Η νέα έδρα των Ιωαννιτών οργανώθηκε στο Μπίργκου (Birgu), το σημερινό Vittoriosa, απέναντι από τη σημερινή Βαλέτα.

Η πόλη είχε λιμάνι, οχυρώσεις, ναυπηγικές εγκαταστάσεις και σημαντική εμπορική δραστηριότητα.

Εκεί εγκαταστάθηκε ο κύριος πυρήνας της ροδιακής κοινότητας.

Οι πρόσφυγες δεν ζούσαν πλέον αποκλειστικά από τη βοήθεια του Τάγματος. Άρχισαν να εργάζονται, να αποκτούν ιδιοκτησίες, να συμμετέχουν στο εμπόριο και να οργανώνουν τη θρησκευτική τους ζωή.

Οι Ροδίτες δημιούργησαν δικές τους εκκλησιαστικές κοινότητες, ενώ οι πηγές αναφέρουν ναούς που εξυπηρετούσαν τους ελληνόφωνους κατοίκους.

Η επίσημη ιστοσελίδα του τοπικού συμβουλίου του Μπίργκου αναφέρει ότι οι Ροδίτες ίδρυσαν τέσσερις εκκλησίες.

Ανάμεσά τους ήταν η Παναγία Δαμασκηνή, ένας από τους σημαντικότερους συνδετικούς κρίκους της Μάλτας με τη μεσαιωνική Ρόδο.

Οι εκκλησίες των Ροδίων και οι περιοχές όπου ζούσαν

Ιστορική μελέτη για το Μπίργκου αναφέρει ότι οι Ροδίτες είχαν συνδεθεί με τρεις διαφορετικές εκκλησιαστικές περιοχές της πόλης.

Η πρώτη ήταν η Παναγία Δαμασκηνή, που αρχικά συνδεόταν με τον ναό της Αγίας Αικατερίνης.

Η δεύτερη ήταν ο ναός του Αγίου Νικολάου, στην παλαιά περιοχή του Κολλάκιου.

Η τρίτη ήταν ο ναός του Αγίου Γεωργίου, κοντά στον δρόμο των λιτανειών και απέναντι από το μοναστήρι των Δομινικανών.

Οι καταγραφές αυτές δείχνουν ότι η ελληνική κοινότητα δεν περιοριζόταν αναγκαστικά σε έναν μόνο δρόμο.

Αντίθετα, η παρουσία της συνδεόταν με διαφορετικά σημεία του Μπίργκου, όπου οι κάτοικοι μπορούσαν να διατηρούν τις θρησκευτικές τους παραδόσεις.

Δεν έχουμε ακόμη έναν πλήρη χάρτη των κατοικιών των προσφυγικών οικογενειών, ούτε μπορούμε να προσδιορίσουμε τα όρια μιας αποκλειστικά ροδιακής συνοικίας.

Γνωρίζουμε όμως ότι οι εκκλησίες τους αποτελούσαν σημαντικά κέντρα της καθημερινής και κοινωνικής τους ζωής.

Η Παναγία Δαμασκηνή, η ιστορική βυζαντινή εικόνα που μεταφέρθηκε από τη Ρόδο στη Μάλτα το 1530.
Η Παναγία Δαμασκηνή, η ιστορική βυζαντινή εικόνα που μεταφέρθηκε από τη Ρόδο στη Μάλτα το 1530.

Οι δύο εικόνες της Παναγίας που έφυγαν από τη Ρόδο

Μία από τις πιο συγκινητικές και καλύτερα τεκμηριωμένες ιστορίες αφορά δύο βυζαντινές εικόνες που μεταφέρθηκαν από τη Ρόδο και διατηρήθηκαν στη Μάλτα.

Πρόκειται για την Παναγία Δαμασκηνή και την Παναγία Ελεημονήτρα.

Ο ιστορικός Ζαχαρίας Ν. Τσιρπανλής, στην επιστημονική μελέτη του «Από τη Ρόδο στη Μάλτα (1523–1530)», αξιοποίησε έγγραφα από εκκλησιαστικά και ιπποτικά αρχεία της Μάλτας για να ανασυνθέσει την ιστορία τους.

Οι δύο εικόνες ανήκαν σε εκκλησίες που συνδέονταν με την οικογένεια Καλαμιά.

Η Παναγία Δαμασκηνή βρισκόταν σε ναό μέσα στην πόλη της Ρόδου, κοντά στη θέση της ισπανικής γλώσσας των Ιπποτών.

Η Παναγία Ελεημονήτρα βρισκόταν έξω από τα τείχη, κοντά στη θέση της αγγλικής γλώσσας.

Λίγο πριν από την παράδοση της Ρόδου, οι εικόνες μεταφέρθηκαν στη μεγάλη μεταφορική καράκα του Τάγματος.

Η Παναγία Ελεημονήτρα, η δεύτερη ιστορική εικόνα που συνδέεται με την έξοδο των Ροδίων.
Η Παναγία Ελεημονήτρα, η δεύτερη ιστορική εικόνα που συνδέεται με την έξοδο των Ροδίων.

Οι εικόνες ακολούθησαν την επταετή περιπλάνηση των Ιωαννιτών και των Ροδίων προσφύγων, μέχρι να φτάσουν το 1530 στη Μάλτα.

Για τις οικογένειες που τις είχαν μεταφέρει, αποτελούσαν κάτι περισσότερο από θρησκευτικά αντικείμενα. Ήταν ζωντανά κειμήλια της πατρίδας που είχαν εγκαταλείψει.

Η Ιωάννα Καλαμιά και η διάσωση των εικόνων

Στις ιστορικές αφηγήσεις εμφανίζεται η Ιωάννα Καλαμιά, χήρα του ιερέα Νικολάου Καλαμιά.

Η Ιωάννα φέρεται να είχε σημαντικό ρόλο στη μεταφορά των δύο εικόνων από τη Ρόδο.

Σε μεταγενέστερη αφήγηση αναφέρεται ότι οι εικόνες μεταφέρθηκαν στην καράκα Sant’Anna.

Συνδέεται επίσης με την υπόθεση ο Τζανετίνος Καμούς (Zanettino Camus), συγγενής της Ιωάννας, ο οποίος φέρεται να βοήθησε στη μεταφορά των εικόνων.

Οι επιμέρους λεπτομέρειες της συμμετοχής τους χρειάζονται αντιπαραβολή με τις αυθεντικές μαρτυρίες.

Η βασική ιστορική διαδρομή των εικόνων, ωστόσο, τεκμηριώνεται από την επιστημονική εργασία του Τσιρπανλή.

Όταν οι πρόσφυγες έφτασαν στο Μπίργκου, η Παναγία Δαμασκηνή τοποθετήθηκε στον ναό της Αγίας Αικατερίνης και η Παναγία Ελεημονήτρα στον ναό του Αγίου Αντωνίου.

Η διεκδίκηση του Ιωάννη Καλαμιά και οι 19 μάρτυρες

Η υπόθεση απέκτησε ιδιαίτερη σημασία το 1558.

Ο Ρόδιος Ιωάννης Καλαμιάς (Ioannis Calamias) υπέβαλε αίτηση προς το Τάγμα των Ιωαννιτών, ζητώντας την επιστροφή των εικόνων ως κληρονομικής περιουσίας της οικογένειάς του.

Το αίτημά του στηρίχθηκε σε 19 μαρτυρίες Ελλήνων, ανδρών και γυναικών, ανάμεσά τους Ροδιτών.

Οι μάρτυρες μπορούσαν να καταθέσουν πληροφορίες για τις εικόνες, τους ναούς της Ρόδου και τα δικαιώματα της οικογένειας Καλαμιά.

Τα έγγραφα σώθηκαν στο αρχείο του Καθεδρικού της Μντίνα και μελετήθηκαν από τον Τσιρπανλή.

Αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα ιστορικά τεκμήρια της πρώτης γενιάς των προσφύγων.

Η σημασία τους είναι εξαιρετική, επειδή δεν αφορούν απλώς την παρουσία των Ροδίων στη Μάλτα. Περιέχουν προσωπικές μαρτυρίες ανθρώπων που είχαν γνωρίσει τη Ρόδο πριν από την οθωμανική κατάκτηση.

Οι Καλαμιά και οι μεταγενέστερες γενιές

Η οικογένεια Καλαμιά εμφανίζεται και σε άλλες πράξεις.

Το 1561 αναφέρεται στη Μντίνα ο Joannes Raymundus Calamia, Ρόδιος ιατρός που ανέλαβε έμμισθη θέση στην πόλη.

Το 1584 καταγράφεται η Αικατερίνη Καλαμιά (Catherina Calamia), γνωστή και ως Grugno.

Η διαθήκη της, με ημερομηνία 27 Αυγούστου 1584, περιλαμβάνει κληροδοτήματα σε ελληνικούς ναούς και αναφορά σε μικρή εικόνα της Παναγίας Ελεημονήτρας.

Οι αναφορές δείχνουν ότι το επώνυμο διατηρούσε σημαντική παρουσία στη Μάλτα αρκετές δεκαετίες μετά την πρώτη εγκατάσταση.

Δεν έχουμε ακόμη αποδείξει τις ακριβείς συγγένειες όλων αυτών των προσώπων.

Οι Διασωρινοί – Οι ιερείς της πρώτης κοινότητας

Ανάμεσα στους Ροδίτες που συνδέθηκαν με την εκκλησιαστική οργάνωση της Μάλτας ήταν η οικογένεια Διασωρινού (Diasorino / Diasorinos).

Ο Γεώργιος Διασωρινός αναφέρεται ως ιερέας που συνδέθηκε με την Παναγία Δαμασκηνή.

Στην ιστορική βιβλιογραφία εμφανίζεται επίσης ο Νικόλαος Διασωρινός.

Το 1575, κατά την αποστολική επίσκεψη του Pietro Dusina, καταγράφεται ο Papas Joanne de Jasorino, κληρικός που περιέγραψε την πορεία των χειροτονιών του.

Η γραφή Jasorino παρουσιάζει ενδιαφέρον επειδή μπορεί να αποτελεί παραλλαγή του επωνύμου Διασωρινός.

Ωστόσο, δεν έχει εξακριβωθεί η ακριβής συγγενική σχέση του με τους προηγούμενους ιερείς.

Η οικογένεια Μετάξη – Ιερείς, ναυτικοί, ακίνητα και εμπορική δραστηριότητα

Από τις οικογένειες με τις περισσότερες καταγραφές στη Μάλτα είναι οι Μετάξη (Metaxi, Metaxis, Metaxa).

Στη βιβλιογραφία εμφανίζονται ο παπά Σταμάτης Μετάξης, οι γιοι του Άγγελος και Μανώλης, καθώς και άλλα μέλη με το ίδιο επώνυμο.

Οι Αγγελίνος και Μανώλης Μετάξης συνδέθηκαν με την ελληνική εκκλησιαστική κοινότητα.

Στις 3 Σεπτεμβρίου 1560, ο Άγγελος Μετάξης εμφανίζεται σε συμβολαιογραφική πράξη ως Έλληνας κάτοικος της Μάλτας. Η ιστορική μελέτη τον συνδέει ρητά με τους ανθρώπους που ακολούθησαν τους Ιωαννίτες από τη Ρόδο.

Στις 7 Νοεμβρίου 1569, οι αδελφοί Αγγελίνος και Μανώλης αγόρασαν έκταση γης στη Βαλέτα.

Η αγορά αυτή αποτελεί συγκεκριμένο τεκμήριο οικονομικής δραστηριότητας και εγκατάστασης στη νέα πόλη.

Το 1600 ο Μανώλης Μετάξης εμφανίζεται σε συμφωνία με μοναχούς του Σινά σχετικά με την εκκλησία της Παναγίας Δαμασκηνής και τη διαχείριση της περιουσίας της.

Στην ίδια οικονομική πράξη κατονομάζεται ο Ιάκωβος Μετάξης (Jacobus Metaxi).

Το 1602, σε υπόθεση της Ιεράς Εξέτασης, εμφανίζεται πρόσωπο με τη γραφή Giacobbo Metaxi. Δεν έχει ακόμη αποδειχθεί ότι είναι ο ίδιος Ιάκωβος του 1600.

Στην ευρύτερη ιστορική έρευνα συναντούμε επίσης τους Νικόλαο, Ισίδωρο και Σίδηρο Μετάξη, με διαφορετικές επαγγελματικές δραστηριότητες.

Ο Σίδηρος Μετάξης εμφανίζεται ήδη το 1530 σε εμπορικές αποστολές των Ιωαννιτών για την προμήθεια κρασιού και άλλων αγαθών.

Η καταγωγή του, ωστόσο, συνδέεται σε ορισμένες πηγές με τη Χίο. Γι’ αυτό δεν μπορεί να παρουσιαστεί ανεπιφύλακτα ως γηγενής Ρόδιος.

Οι Φουντομάλη – Ένας εύπορος ράφτης και ο γιος του

Μια άλλη ενδιαφέρουσα οικογένεια ήταν οι Φουντομάλη (Fundomali / Fondomali).

Ο Στέφανος Φουντομάλης (Stephanus Fundomali) ήταν ράφτης, με σημαντική κοινωνική και οικονομική θέση στη ροδιακή κοινότητα του Μπίργκου.

Ο γιος του, Λεόντιος Φουντομάλης (Leontius / Leonitius Fundomali), χειροτονήθηκε αναγνώστης στις 7 Ιουνίου 1555.

Εδώ υπάρχουν δύο διαδοχικές γενιές με ονόματα, επάγγελμα και θρησκευτική ιδιότητα.

Η περίπτωση δείχνει ότι ορισμένοι Ροδίτες δεν περιορίστηκαν στην επιβίωση, αλλά κατάφεραν να αποκτήσουν περιουσία και κοινωνική αναγνώριση στη νέα πατρίδα.

Η οικογένεια Φαμιλιωμένου και η Αλοΐζια

Στη ροδιακή κοινότητα εμφανίζεται και το επώνυμο Φαμιλιωμένος (Famigliomeno).

Η Αλοΐζια Φαμιλιωμένου (Aloysia Famigliomeno) αναφέρεται σε συμβολαιογραφική πράξη της 14ης Απριλίου 1600 ως αποβιώσασα δωρήτρια, με κληροδότημα που συνδεόταν με οικονομικές υποχρεώσεις προς ελληνικό ναό.

Στα ιστορικά έγγραφα εμφανίζεται και ο ιερέας Giuseppe Famigliomeno, σε μεταγενέστερη υπόθεση της περιόδου της Ιπποτοκρατίας.

Δεν έχουμε ακόμη αποδείξει τη συγγένειά του με την Αλοΐζια ή με συγκεκριμένο Ρόδιο της πρώτης προσφυγικής γενιάς.

Οι Φλεβάρη και η οικοδόμηση του Μπίργκου

Στα πρώτα χρόνια της εγκατάστασης συναντούμε τον Νικόλαο Φλεβάρη (Nicola Flevari).

Ήταν τεχνίτης που συνδέθηκε με εργασίες των Ιωαννιτών στο Μπίργκου και το 1543 διεκδίκησε παροχή για τις υπηρεσίες του.

Το 1535 καταγράφεται επίσης πρόσωπο με το όνομα Duquena Flavari, το οποίο χαρακτηρίζεται ως προερχόμενο από τη Ρόδο.

Η ομοιότητα των δύο επωνύμων δημιουργεί ενδιαφέρον ενδεχόμενο οικογενειακής σύνδεσης.

Ωστόσο, δεν έχει αποδειχθεί ακόμη ότι ήταν συγγενείς.

Ο Σταμάτης Γαλάντης – Ρόδιος έμπορος κρασιού

Ο Σταμάτης Γαλάντης (Stammato Galanti) χαρακτηρίζεται ρητά σε ιστορική μελέτη ως Ρόδιος κάτοικος της Μάλτας.

Συμμετείχε σε εμπορική συναλλαγή για τη μεταφορά 27 βαρελιών κρασιού από τη Ζάκυνθο, με χρηματική υποχρέωση 110 σκούδων.

Στην υπόθεση εμφανίζονται ο Σταμάτης Παπαδόπουλος από τη Ζάκυνθο και ο Angelo de Pasquali.

Το έγγραφο αποδεικνύει ότι Ροδίτες συνέχισαν να διατηρούν εμπορικές σχέσεις με τα ελληνικά νησιά, παρότι είχαν εγκατασταθεί στη Μάλτα.

Οι αδελφοί Caccialepre και το παρεκκλήσι του 1546

Οι Girolamo και Antonio Caccialepre αποτελούν δύο ακόμη κατονομασμένους Ροδίτες που εγκαταστάθηκαν στο Μπίργκου.

Σύμφωνα με ιστορικά δημοσιεύματα της Times of Malta, περίπου το 1546 χρηματοδότησαν με δικά τους έξοδα παρεκκλήσι αφιερωμένο στον Αναστημένο Χριστό, στον ναό του Ευαγγελισμού, γνωστό ως Il-Lunzjata.

Στο παρεκκλήσι τοποθετήθηκε παράσταση της Ανάστασης και τελούνταν ιδιαίτερες λειτουργίες το Πάσχα.

Η δωρεά αυτή δείχνει ότι ορισμένοι Ροδίτες είχαν αποκτήσει σημαντικούς οικονομικούς πόρους και συμμετείχαν ενεργά στη θρησκευτική ζωή της πόλης.

Η εκκλησία Il-Lunzjata συνδέθηκε ιδιαίτερα με τις πασχαλινές παραδόσεις του Μπίργκου.

Ο Francesco Mego – Από τη Ρόδο στη διοίκηση της Μάλτας

Ο Francesco Mego είναι μια από τις πιο ενδιαφέρουσες προσωπικότητες ροδιακής καταγωγής στη Μάλτα.

Σύμφωνα με τον ιστορικό Giovanni Bonello, απέκτησε σημαντική θέση στη δικαιοσύνη και στη διοίκηση.

Εργάστηκε ως νομικός και δικαστής και είχε στενή σχέση εμπιστοσύνης με τον Μεγάλο Μάγιστρο Jean de Valette.

Το 1560 απέκτησε τον τίτλο του βαρόνου του Castel Cicciano, καταβάλλοντας 1.500 δουκάτα στον προηγούμενο κάτοχο.

Παράλληλα, χρηματοδότησε έργα τέχνης και εκκλησιαστικές δωρεές.

Στις 8 Αυγούστου 1546 ανέθεσε στον ζωγράφο Girolamo Spagnuolo την κατασκευή θρησκευτικού έργου για την εκκλησία Il-Lunzjata.

Στα σχετικά οικογενειακά στοιχεία εμφανίζονται ο γιος του Gio Antonio Mego, η Paola Mego και η Dionisia Mego, η οποία σε ιστορική δημοσίευση αναφέρεται ως αδελφή του.

Η Dionisia συνδέθηκε μέσω γάμου με τον Gaspare Santa Maura.

Οι Mego και οι Xerri – Πώς ένα ροδιακό επώνυμο συνδέθηκε με μαλτέζικη οικογένεια

Η οικογένεια Mego συνδέθηκε με την οικογένεια Xerri / Scerri, η οποία απέκτησε σημαντική θέση στη Μάλτα.

Ο ιστορικός Giovanni Bonello περιγράφει συγγενική γραμμή που περιλαμβάνει την Paola Mego, τον Gio Francesco Xerri και τον Gregorio Xerri, γνωστό για τη δημόσια και λογοτεχνική δραστηριότητά του.

Το 1580 ο Gio Antonio Mego πέθανε χωρίς παιδιά και ο τίτλος του Castel Cicciano πέρασε στην οικογένεια Xerri.

Οι ιστορικές και γενεαλογικές πηγές δεν συμφωνούν πλήρως για τις ενδιάμεσες συγγενικές σχέσεις.

Για τον λόγο αυτό η σύνδεση της περιουσίας και του τίτλου είναι σημαντική, αλλά το πλήρες οικογενειακό δέντρο χρειάζεται έλεγχο των πρωτότυπων εγγράφων.

Ο Petrus de Verra – Ρόδιος τεχνίτης στη Μάλτα

Στις έρευνες για το Μπίργκου της δεκαετίας του 1540 εμφανίζεται ο Petrus de Verra.

Η πανεπιστημιακή βιβλιογραφία τον συνδέει με τους Ροδίτες που εγκαταστάθηκαν στη Μάλτα μετά την αναχώρηση των Ιωαννιτών.

Η παρουσία του εξετάζεται μέσα από συμβολαιογραφικές πράξεις του 1543.

Το επώνυμό του εμφανίζεται επίσης σε δημοσιευμένες αναφορές τεχνιτών της εποχής.

Η ακριβής επαγγελματική δραστηριότητα και οι συγγενικές σχέσεις του αποτελούν αντικείμενο περαιτέρω έρευνας.

Ο Johannes Ros και ο Laurencio Ros

Το 1530 καταγράφεται σε ιπποτικό έγγραφο ο Johannes Ros, Ρόδιος έμπορος και κουρσάρος.

Στις 10 Αυγούστου 1530 το Τάγμα του χορήγησε άδεια ναυτικής δραστηριότητας υπό συγκεκριμένους όρους.

Το 1564 εμφανίζεται σε άλλη ιστορική υπόθεση ο Laurencio Ros, που χαρακτηρίζεται Ρόδιος αργυροχόος.

Το όνομά του συνδέεται με δικαστική υπόθεση αφαίρεσης πολύτιμων εκκλησιαστικών αντικειμένων στο Μπίργκου.

Δεν γνωρίζουμε την τελική δικαστική αντιμετώπισή του, ούτε υπάρχει απόδειξη συγγένειας μεταξύ των δύο προσώπων με το επώνυμο Ros.

Ο Νικόλαος Τουνιχίτας και η οικογένεια Καλομέρη

Ένα συγκεκριμένο συμβόλαιο της 22ας Απριλίου 1555 κατονομάζει τον Nicolaus Tunichita, ο οποίος προσδιορίζεται ως Ρόδιος.

Η σύζυγός του ήταν η Lucretia Calomeri.

Στην ίδια πράξη αναφέρονται ο πατέρας της Λουκρητίας, Theodorus Calomeri, και η θεία της, Chira Pasqua Calomeri.

Η υπόθεση αφορούσε την προίκα της συζύγου, που αποτιμήθηκε σε 800 σκούδα.

Το έγγραφο αποτελεί σημαντικό οικογενειακό τεκμήριο επειδή μας δίνει έναν Ρόδιο εγκατεστημένο στη Μάλτα, τη σύζυγό του και δύο συγγενείς της.

Δεν έχει ακόμη αποδειχθεί ότι η οικογένεια Καλομέρη καταγόταν από τη Ρόδο.

Η οικογένεια Garagona – Από Ρόδιο πατέρα σε ζωγράφους της Μάλτας

Η οικογένεια Garagona / Galagona αποτελεί ακόμη μία ενδιαφέρουσα περίπτωση.

Ο ζωγράφος Bartolomeo Garagona (1584–1641) γεννήθηκε στη Σένγκλεα της Μάλτας.

Σύμφωνα με ιστορική μελέτη, ο πατέρας του φέρεται να ήταν Ρόδιος που συνδεόταν με τους Ιωαννίτες, ενώ η μητέρα του ήταν Μαλτέζα.

Ο Bartolomeo έγινε ζωγράφος και αρχιτέκτονας.

Οι γιοι του, Publio Garagona και Gio Francesco Garagona, ακολούθησαν επίσης την καλλιτεχνική δραστηριότητα.

Πρόκειται για μια πιθανή οικογενειακή συνέχεια τριών γενεών, αλλά ο αρχικός Ρόδιος πατέρας δεν έχει ακόμη ταυτοποιηθεί ονομαστικά.

Η οικογένεια Μαρμαρά – Από τα Τριάντα της Ρόδου στις μεταγενέστερες γενιές της Μάλτας;

Η οικογένεια Μαρμαρά (Marmara / Marmarà) αποτελεί μία από τις πιο ενδιαφέρουσες περιπτώσεις της σημερινής γενεαλογικής έρευνας.

Το 1514, σε ιπποτικό έγγραφο της Ρόδου, εμφανίζεται ο παπά Ιωάννης Μαρμαράς, ιερέας της περιοχής των Τριαντών.

Η συγκεκριμένη αναφορά αποδεικνύει την παρουσία του επωνύμου στη Ρόδο πριν από την οθωμανική κατάκτηση.

Δεν αποδεικνύει όμως ότι ο ίδιος ο ιερέας αναχώρησε το 1523.

Στη Μάλτα εμφανίζεται το 1628 η Margarita Marmara, κάτοικος Βαλέτας και μητέρα δύο κοριτσιών, σε μαρτυρία που αφορά την εκπαίδευσή τους.

Το 1677 καταγράφεται η Maria Marmara, σε γάμο με τον Tomaso Baldacchino.

Το 1686 εμφανίζεται ο Gio Maria Marmara, σε γάμο στο Safi.

Μεταγενέστερα γενεαλογικά αρχεία καταγράφουν τους Francesco Marmara, Giuseppe Marmara, Aloisio Marmara, Antonio Marmara, Emanuele Marmara και Carmelo Marmara.

Το επώνυμο εξακολουθεί να υπάρχει στη Μάλτα.

Ωστόσο, η συγγένεια των σημερινών οικογενειών με συγκεκριμένο Ρόδιο πρόσφυγα του 1523 δεν έχει ακόμη αποδειχθεί.

Η περίπτωση διατηρεί ιδιαίτερο ερευνητικό ενδιαφέρον, αλλά δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως ολοκληρωμένη γενεαλογική σύνδεση.

Η οικογένεια Loretta και η δεύτερη και τρίτη γενιά της ελληνικής κοινότητας

Η οικογένεια Loretta εμφανίζεται σε ιστορικές καταγραφές του 17ου αιώνα.

Ο Filippo Loretta και η Anna Loretta είχαν κόρη τη Μαρία, η οποία βαπτίστηκε στις 31 Μαρτίου 1642.

Ο Gioacchino Loretta, γεννημένος το 1637, εργάστηκε ως ζωγράφος.

Η σύζυγός του ήταν η Caterina Loretta.

Ο γιος τους, Francesco Faustino Loretta, βαπτίστηκε στις 16 Φεβρουαρίου 1687.

Η οικογένεια εμφανίζεται σε εκκλησιαστικές καταγραφές τόσο του λατινικού όσο και του ελληνικού περιβάλλοντος της Μάλτας.

Η ιστορική μελέτη τη συνδέει με την εξέλιξη της παλαιάς ελληνικής κοινότητας, χωρίς να έχει ταυτοποιηθεί ακόμη ο πρώτος πρόγονός της από τη Ρόδο.

Η Ροδίτισσα Αικατερίνη και ο Barthélemy de Valette

Στις ιστορικές αναφορές εμφανίζεται η Catherine Grecque, γυναίκα που προσδιορίζεται ως Ελληνίδα από τη Ρόδο.

Σύμφωνα με την έρευνα του Giovanni Bonello, απέκτησε γιο με τον Jean de Valette.

Ο γιος της, Barthélemy de Valette, αναγνωρίστηκε με βασιλική πράξη νομιμοποίησης από τον Κάρολο Θ΄ της Γαλλίας τον Μάρτιο του 1568.

Η περίπτωση είναι σημαντική επειδή η καταγωγή της μητέρας συνδέεται με τη Ρόδο.

Η μεταγενέστερη διαδρομή του γιου οδηγεί, όμως, στη Γαλλία, επομένως δεν διαθέτουμε τεκμηριωμένη συνέχεια της συγκεκριμένης οικογένειας στη Μάλτα.

Η οικογένεια Guasconi και η Isabella

Η Isabella Guasconi αναφέρεται σε ιστορικές αφηγήσεις ως μέλος οικογένειας που συνδεόταν με τη Ρόδο και είχε φλωρεντινές ρίζες.

Παντρεύτηκε τον Stefano Buonaccorsi στη Μάλτα.

Η Isabella δολοφονήθηκε το 1568.

Οι ιστορικές αναφορές περιλαμβάνουν υποθέσεις για πιθανή συγγένειά της με τον Μεγάλο Μάγιστρο Jean de Valette, οι οποίες δεν έχουν αποδειχθεί οριστικά.

Η οικογένεια Guasconi αποτελεί περίπτωση ροδιακής σύνδεσης που χρειάζεται περαιτέρω αρχειακή εξακρίβωση.

Ο Ιωάννης ο Γασκώνος – Από εργαζόμενος σε αξιωματούχος

Μία ιδιαίτερη προσωπική ιστορία αφορά τον Ioannis the Gascon, που παρουσιάζεται σε νεότερη ιστορική έρευνα ως Ρόδιος εγκατεστημένος στη Μάλτα.

Σύμφωνα με το δημοσίευμα, αρχικά εργαζόταν στο σφαγείο του Μπίργκου.

Αργότερα δραστηριοποιήθηκε οικονομικά, ενώ εξελέγη δύο φορές jurat, δηλαδή μέλος της τοπικής διοίκησης.

Η ιστορία του δείχνει ότι ορισμένοι Ροδίτες μπορούσαν να αποκτήσουν σημαντική κοινωνική θέση στη Μάλτα.

Δεν έχουν ακόμη εξακριβωθεί το πλήρες οικογενειακό του όνομα και οι ημερομηνίες των εκλογών του.

Από το Μπίργκου στη Βαλέτα – Η κοινότητα επεκτείνεται

Η Μεγάλη Πολιορκία της Μάλτας το 1565 αποτέλεσε νέο καθοριστικό γεγονός.

Οι Ιωαννίτες κατάφεραν να αποκρούσουν τους Οθωμανούς και στη συνέχεια αποφασίστηκε η δημιουργία νέας οχυρωμένης πρωτεύουσας.

Το 1566 άρχισε η οικοδόμηση της Βαλέτας.

Η ανάπτυξη της νέας πόλης επηρέασε και την ελληνική κοινότητα, καθώς οικογένειες απέκτησαν εκεί ακίνητα, εκκλησιαστικούς χώρους και επαγγελματικές εγκαταστάσεις.

Η αγορά γης από τους Μετάξη το 1569 αποτελεί χαρακτηριστικό τεκμήριο αυτής της μετακίνησης.

Το Μπίργκου παρέμεινε σημαντικός ιστορικός πυρήνας της ροδιακής παρουσίας, αλλά η Βαλέτα έγινε σταδιακά δεύτερο μεγάλο κέντρο της ελληνικής κοινότητας.

Η Παναγία Δαμασκηνή αποκτά νέα κατοικία στη Βαλέτα

Η ιστορία της Παναγίας Δαμασκηνής συνεχίστηκε στη Βαλέτα.

Η οικογένεια Καλαμιά συνδέθηκε με την ίδρυση νέου ναού.

Σύμφωνα με την ιστορική βιβλιογραφία, η οικοδόμησή του ολοκληρώθηκε το 1580.

Το 1587 πραγματοποιήθηκε η επίσημη μεταφορά της εικόνας.

Ήταν μια ιδιαίτερα συμβολική στιγμή για την κοινότητα.

Η εικόνα που είχε μεταφερθεί από τη Ρόδο το 1523, είχε ταξιδέψει μαζί με τους πρόσφυγες επί επτά χρόνια και είχε εγκατασταθεί αρχικά στο Μπίργκου, αποκτούσε πλέον θέση σε νέα εκκλησία της Βαλέτας.

Η ελληνική παρουσία αποτυπωνόταν έτσι όχι μόνο σε ανθρώπους και οικογένειες, αλλά και σε μνημεία που θα διατηρούνταν για αιώνες.

Τι σώζεται σήμερα από τις εκκλησίες των Ροδίων

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία βρίσκεται ακόμη στο Μπίργκου.

Σύμφωνα με το επίσημο τοπικό συμβούλιο, τμήμα της παλιάς ελληνικής εκκλησίας της Παναγίας Δαμασκηνής διατηρείται ενσωματωμένο στο Ορατόριο του Αγίου Ιωσήφ, κοντά στον ναό του Αγίου Λαυρεντίου.

Η παλιά εκκλησία συνδέθηκε με τους Ροδίτες που εγκαταστάθηκαν εκεί το 1530.

Το σημερινό κτίριο αποτελεί πραγματικό αρχιτεκτονικό ίχνος της παρουσίας τους.

Η ιστορία της Παναγίας Δαμασκηνής συνεχίζεται επίσης στη Βαλέτα, όπου διατηρείται η εκκλησιαστική παράδοση που συνδέθηκε με τους πρόσφυγες.

Οι Ροδίτες και οι απόγονοί τους τον 17ο αιώνα

Κατά τον 17ο αιώνα, η κοινότητα είχε αρχίσει να μεταβάλλεται.

Οι γάμοι με ντόπιους κατοίκους, η χρήση της μαλτέζικης και της ιταλικής γλώσσας και η σταδιακή ένταξη στο λατινικό εκκλησιαστικό περιβάλλον συνέβαλαν στην αφομοίωση πολλών οικογενειών.

Αυτό δεν σήμαινε ότι οι οικογένειες εξαφανίστηκαν.

Σημαίνει ότι οι απόγονοι μπορούσαν πλέον να εμφανίζονται με διαφορετικά επώνυμα, να ανήκουν σε λατινικές ενορίες και να μην αναφέρονται πλέον ως Ροδίτες.

Η περίπτωση των Loretta δείχνει ότι η οικογενειακή ζωή μπορούσε να καταγράφεται σε περισσότερες από μία εκκλησιαστικές κοινότητες.

Οι Καλαμιά, Μετάξη και άλλες οικογένειες εμφανίζονται επίσης σε μεταγενέστερες πράξεις, ενώ αρκετά πρόσωπα συνδέονται με δωρεές και περιουσιακά στοιχεία ελληνικών ναών.

Οι Σγουροί και άλλοι άνθρωποι της ελληνικής κοινότητας

Στην ελληνική εκκλησιαστική ζωή της Βαλέτας εμφανίζεται το 1587 ο ιερέας Κωνσταντίνος Σγουρός (Constantino Sguro).

Το 1603 καταγράφεται η Claretta Sguro, η οποία δήλωνε ότι ακολουθούσε το λατινικό τυπικό αλλά εξομολογούνταν σε ελληνική ενορία.

Σε άλλα έγγραφα συναντούμε τον Nicodemo Discopulo, τον Macarius Gartagi, τον Joannes Angelus de Anastasio και τον Andrea di Rodi, γιο του Giorgio, σε πράξη του 1674.

Πρόκειται για πρόσωπα που συνδέονται με το περιβάλλον της ελληνικής κοινότητας ή με ονομασίες που υποδηλώνουν πιθανή ροδιακή προέλευση.

Ωστόσο, δεν διαθέτουμε για όλα ανεξάρτητη απόδειξη ότι προέρχονταν από τη Ρόδο.

Για τον λόγο αυτό δεν μπορούν να ενταχθούν χωρίς επιφύλαξη στην πρώτη γενιά των Ροδίων προσφύγων.

Οι απόγονοι που επικαλούνταν ακόμη τη Ρόδο τον 18ο αιώνα

Ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι η μνήμη της ροδιακής καταγωγής φαίνεται πως διατηρήθηκε για πολλές γενιές.

Το 1718 η Rosa Maioli φέρεται να υπέβαλε αίτηση για παροχή συνδεδεμένη με τη Ρόδο, γνωστή ως pane grande di Rodi.

Στην υπόθεση κατονομάζεται ο πατέρας της, Pietro Scarpello, ενώ η ίδια αναφερόταν στις υπηρεσίες της οικογένειάς της προς το Τάγμα.

Το 1776 η Rosa Fugart εμφανίζεται σε άλλη ιστορική αναφορά ως απόγονος των Ροδίων που είχαν ακολουθήσει τους Ιωαννίτες.

Στην υπόθεση κατονομάζονται επίσης οι δύο γιοι της, Francesco και Aloisio.

Οι συγκεκριμένες αναφορές χρειάζονται έλεγχο των αυθεντικών αιτήσεων.

Είναι όμως σημαντικές επειδή δείχνουν ότι, ακόμη και δύο αιώνες μετά την άφιξη στη Μάλτα, υπήρχαν άνθρωποι που επικαλούνταν την καταγωγή τους από τους Ροδίτες του Τάγματος.

Οι Μαρμαρά και η σημερινή αναζήτηση απογόνων

Από όλες τις οικογένειες που εξετάζονται σήμερα, οι Μαρμαρά παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή το επώνυμο εξακολουθεί να απαντά στη Μάλτα.

Στη Ρόδο υπάρχει η καταγραφή του παπά Ιωάννη Μαρμαρά στα Τριάντα το 1514.

Στη Μάλτα έχουν εντοπιστεί καταγραφές οικογενειών Marmara από τον 17ο αιώνα και μεταγενέστερες γενεαλογικές αναφορές.

Ωστόσο, το κρίσιμο κενό δεν έχει ακόμη καλυφθεί.

Δεν έχει αποδειχθεί ποιος συγκεκριμένος Μαρμαράς έφυγε από τη Ρόδο το 1523 και εγκαταστάθηκε οριστικά στη Μάλτα.

Το ίδιο ισχύει και για άλλες οικογένειες που εμφανίζονται στα μαλτέζικα αρχεία.

Η ύπαρξη του ίδιου επωνύμου δεν αρκεί για να επιβεβαιώσει οικογενειακή συνέχεια πέντε αιώνων.

Μια κοινότητα που άφησε πίσω της ονόματα, εκκλησίες και ιστορίες

Η εγκατάσταση των Ροδίων στη Μάλτα δεν ήταν ένα δευτερεύον γεγονός της ιστορίας των Ιωαννιτών.

Ήταν η δημιουργία μιας κοινότητας ανθρώπων που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους και κατάφεραν να δημιουργήσουν νέα ζωή σε έναν άλλο τόπο της Μεσογείου.

Στην κοινότητα αυτή υπήρχαν άνθρωποι διαφορετικής κοινωνικής θέσης.

Ο Στέφανος Φουντομάλης εργαζόταν ως ράφτης. Ο Σταμάτης Γαλάντης δραστηριοποιούνταν στο εμπόριο. Ο Άγγελος Μετάξης ήταν ιερέας. Ο Francesco Mego απέκτησε σημαντική θέση στη διοίκηση. Οι αδελφοί Caccialepre χρηματοδότησαν παρεκκλήσι. Ο Ιωάννης Καλαμιάς αγωνίστηκε να κατοχυρώσει τα οικογενειακά δικαιώματα στις εικόνες που είχαν μεταφερθεί από τη Ρόδο.

Οι γυναίκες της κοινότητας εμφανίζονται επίσης στα ιστορικά τεκμήρια.

Η Ιωάννα Καλαμιά συνδέεται με τη μεταφορά των εικόνων. Η Αικατερίνη Καλαμιά άφησε κληροδοτήματα. Η Αλοΐζια Φαμιλιωμένου καταγράφεται σε οικονομική πράξη. Άλλες γυναίκες εμφανίζονται σε γάμους, βαπτίσεις και διαθήκες.

Οι άνθρωποι αυτοί συνέχισαν να ζουν, να εργάζονται και να δημιουργούν οικογένειες στη Μάλτα, ενώ η μνήμη της Ρόδου διατηρήθηκε μέσα από εικόνες, εκκλησίες, περιουσιακά δικαιώματα και οικογενειακές παραδόσεις.

Σχεδόν πέντε αιώνες μετά τη μεγάλη αναχώρηση του 1523, τα ονόματα των Ροδίων εξακολουθούν να υπάρχουν στα ιστορικά αρχεία της Μάλτας.

Κάποια έχουν συνδεθεί με συγκεκριμένα συμβόλαια, σπίτια και εκκλησίες. Άλλα εμφανίζονται μόνο σε μία πράξη ή μία μαρτυρία.

Και ορισμένα επώνυμα μπορεί να έχουν επιβιώσει μέχρι σήμερα, χωρίς οι σημερινοί φορείς τους να γνωρίζουν απαραίτητα την προέλευσή τους.

Η ιστορία των Ροδίων της Μάλτας παραμένει ένα σημαντικό, αλλά όχι πλήρως ερευνημένο κεφάλαιο της ιστορίας του νησιού μας.

Είναι η ιστορία ανθρώπων που έφυγαν από τη Ρόδο το 1523, περιπλανήθηκαν για επτά χρόνια στη Μεσόγειο και τελικά δημιούργησαν μια νέα πατρίδα, χωρίς να σβήσει εντελώς η μνήμη της παλιάς.

Συμπληρωματικές ιστορικές καταγραφές

Για να διατηρηθεί η ιστορική ακρίβεια, αξίζει να ξεχωρίσουμε από το κυρίως άρθρο και ορισμένα πρόσθετα ονόματα που εμφανίστηκαν στην έρευνα αλλά δεν έχουν όλα αποδεδειγμένη εγκατάσταση ή γηγενή ροδιακή καταγωγή.

Πρόσωπο / οικογένειαΤι γνωρίζουμε
Joannes Raymundus CalamiaΡόδιος ιατρός στη Μντίνα το 1561
Ισίδωρος ΜετάξηςΕμφανίζεται σε διαφορετικές αναφορές ως ναυτικός ή νομικός
Σίδηρος ΜετάξηςΠρομηθευτής του Τάγματος, πιθανή καταγωγή από τη Χίο
Papas Manoli GrecoΕλληνόφωνος κληρικός σε μαρτυρία του 1575
Papas Joanne de JasorinoΠιθανή παραλλαγή του επωνύμου Διασωρινός
Andreas Caloysii, Petrus CallamitaΤεχνίτες, προς έλεγχο της καταγωγής
Ambrosio Pouson, Petrus και Laurentius SanchΤεχνίτες συνδεδεμένοι με το Μπίργκου
Francesco Rochion / TorrensiΜαθητευόμενος συμβολαιογράφος, άγνωστη ακριβής καταγωγή
Ioannis SpigliotiΧειρουργός στη Μάλτα το 1563, πιθανή ελληνική προέλευση
Joanne CipriottoΕλληνόφωνος τεχνίτης, πιθανή κυπριακή καταγωγή
Carro / Elisabetta CarroΑναφορά σε Ρόδιο πρόγονο σε βάπτιση του 1575
De Vergy MaldonatoΟικογένεια με αναφορές σε ροδιακή προέλευση, γενεαλογία υπό έλεγχο
De PiroΜακρά παρουσία στη Μάλτα, χωρίς βέβαιη γηγενή ροδιακή καταγωγή
MersiniotisΟικογενειακή αναφορά συνδεδεμένη με τους Μετάξη, προς επαλήθευση

Έρευνα: Rodosreport

Πηγές

Ζαχαρίας Ν. Τσιρπανλής (1988): Από τη Ρόδο στη Μάλτα (1523–1530): Οι Ροδίτες πρόσφυγες και οι βυζαντινές εικόνες της Παναγίας Δαμασκηνής και της Παναγίας Ελεημονήτρας. Περιλαμβάνει την υπόθεση Καλαμιά, τις μαρτυρίες και την ιστορία των εικόνων.

Order of Malta: Ιστορική παρουσίαση της περιόδου 1523–1530. Επιβεβαιώνει τους βασικούς σταθμούς της περιπλάνησης, την παραχώρηση της Μάλτας και την εγκατάσταση του Τάγματος στις 26 Οκτωβρίου 1530.

Order of Malta American Association

Birgu Local Council: Churches & Chapels. Επίσημη τεκμηρίωση της ροδιακής παρουσίας, των τεσσάρων ναών και των αρχιτεκτονικών καταλοίπων της Παναγίας Δαμασκηνής.

Times of Malta: Easter in a Medieval Maltese City. Καταγράφει τις τρεις εκκλησιαστικές περιοχές των Ροδίων και τους αδελφούς Caccialepre.

Times of Malta: Vittoriosa Proclaims Its European Ethos. Περιλαμβάνει την παραγγελία του Francesco Mego το 1546.

Giovanni Bonello, Times of Malta: Gregorio Xerri’s Poem for the Great Siege of 1565. Περιγράφει την οικογένεια Mego, τον τίτλο του Castel Cicciano και τη σχέση με τους Xerri.

Stanley Fiorini: The Rhodiot Community of Birgu, 1530–c.1550 (1994) και The Greek Orthodox Church in Malta after 1530. Βασικές επιστημονικές εργασίες για την οικονομική, οικογενειακή και εκκλησιαστική ιστορία της κοινότητας.

Ρίξτε μία Ματιά

Pin It on Pinterest