16°C63%

Ναρκοθηρευτικά 40 ετών εξετάζει η Ελλάδα – Οι δυνατότητες και τα ερωτήματα για την απόκτησή τους

Την προοπτική ενίσχυσης του Πολεμικού Ναυτικού με δύο μεταχειρισμένα ναρκοθηρευτικά από την Ιταλία εξετάζει η ελληνική πλευρά, με στόχο την αύξηση των δυνατοτήτων εντοπισμού και εξουδετέρωσης θαλάσσιων ναρκών. Η σχετική συζήτηση πραγματοποιήθηκε σε υπουργικό επίπεδο, χωρίς μέχρι στιγμής να έχει ανακοινωθεί συμφωνία ή να έχουν κατονομαστεί επίσημα τα πλοία που ενδέχεται να παραχωρηθούν.

Το ζήτημα τέθηκε κατά τη συνάντηση του υπουργού Εθνικής Άμυνας Νίκου Δένδια με τον Ιταλό ομόλογό του, Γκουίντο Κροσέτο, στο περιθώριο της Συνόδου των υπουργών Άμυνας της Πρωτοβουλίας Αδριατικής και Ιονίου (ADRION), στη Βενετία.

Σύμφωνα με την ανακοίνωση του ελληνικού υπουργείου Εθνικής Άμυνας, οι δύο πλευρές εξέτασαν τη δυνατότητα παραχώρησης δύο μεταχειρισμένων ιταλικών ναρκοθηρευτικών στην Ελλάδα.

Η συζήτηση βρίσκεται σε διερευνητικό στάδιο, καθώς δεν έχουν γίνει γνωστοί οι οικονομικοί όροι, το χρονοδιάγραμμα ή η τεχνική κατάσταση των μονάδων που θα μπορούσαν να αποκτηθούν.

Ποια ιταλικά πλοία συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον

Όπως αναφέρει το Newsbeast, δύο πιθανοί υποψήφιοι είναι τα ναρκοθηρευτικά «Milazzo» (M-5552) και «Vieste» (M-5553), τα οποία ανήκουν στην ιταλική κλάση «Lerici».

Πρόκειται για πλοία που κατασκευάστηκαν τη δεκαετία του 1980 από την εταιρεία Intermarine και σχεδιάστηκαν ειδικά για επιχειρήσεις αντιμετώπισης θαλάσσιων ναρκών.

Το «Milazzo» αποσύρθηκε από την ενεργό υπηρεσία τον Οκτώβριο του 2025, έπειτα από περίπου τέσσερις δεκαετίες επιχειρησιακής δραστηριότητας. Το «Vieste» αναφέρεται ως το τελευταίο πλοίο της αρχικής σειράς «Lerici» που παραμένει σε υπηρεσία.

Δύο ακόμη πλοία της ίδιας κλάσης, τα «Lerici» και «Sapri», είχαν αποσυρθεί το 2015.

Η αναφορά στα «Milazzo» και «Vieste» αποτελεί εκτίμηση με βάση τη σύνθεση και τις αποσύρσεις του ιταλικού στόλου και όχι επίσημη επιβεβαίωση ότι αυτά είναι τα δύο πλοία που θα αποκτήσει η Ελλάδα.

Ποια είναι τα χαρακτηριστικά τους

Τα ναρκοθηρευτικά της κλάσης «Lerici» έχουν μήκος περίπου 50 μέτρα, εκτόπισμα της τάξης των 600 έως 650 τόνων και μέγιστη ταχύτητα περίπου 14 κόμβων.

Η ταχύτητα δεν αποτελεί το βασικό τους πλεονέκτημα. Η αποστολή τους απαιτεί ακρίβεια χειρισμών, δυνατότητα παραμονής σε συγκεκριμένες θέσεις και εξειδικευμένο εξοπλισμό για έρευνες κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας.

Ένα ιδιαίτερα σημαντικό χαρακτηριστικό είναι η κατασκευή του κύτους από ενισχυμένο υαλονήμα, γνωστό ως fiberglass.

Το υλικό αυτό περιορίζει το μαγνητικό ίχνος του πλοίου, μειώνοντας τον κίνδυνο ενεργοποίησης ορισμένων τύπων θαλάσσιων ναρκών.

Ο εξοπλισμός της συγκεκριμένης κατηγορίας περιλαμβάνει σόναρ για τον εντοπισμό ύποπτων αντικειμένων στον βυθό, καθώς και δυνατότητες αξιοποίησης τηλεκατευθυνόμενων υποβρύχιων οχημάτων για την αναγνώριση και αντιμετώπιση απειλών.

Η πραγματική επιχειρησιακή αξία κάθε μεταχειρισμένου πλοίου εξαρτάται, ωστόσο, από την κατάσταση και την έκδοση των συστημάτων που εξακολουθεί να διαθέτει.

Πρόσθεσε το Rodosreport στις προτεινόμενες πηγές σου στη Google

Γιατί είναι σημαντικά για το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο

Η αντιμετώπιση των θαλάσσιων ναρκών αποτελεί κρίσιμη δυνατότητα για μια χώρα όπως η Ελλάδα, με εκτεταμένη ακτογραμμή, πολυάριθμα νησιά και σημαντικές θαλάσσιες συγκοινωνίες.

Σε περίπτωση κρίσης, η τοποθέτηση ναρκών σε λιμενικές προσβάσεις ή θαλάσσια περάσματα θα μπορούσε να επηρεάσει τόσο τις στρατιωτικές επιχειρήσεις όσο και την εμπορική ναυτιλία.

Οι νάρκες μπορούν να παραμένουν στον βυθό, να αγκυροβολούν σε συγκεκριμένο βάθος ή να βρίσκονται κοντά στην επιφάνεια. Ανάλογα με τον τύπο τους, ενεργοποιούνται από διαφορετικά ερεθίσματα, όπως το μαγνητικό πεδίο, ο ήχος ή οι μεταβολές της πίεσης.

Τα ναρκοθηρευτικά έχουν σχεδιαστεί για να εντοπίζουν και να αντιμετωπίζουν αυτές τις απειλές με εξειδικευμένες διαδικασίες και μέσα που δεν διαθέτουν στον ίδιο βαθμό οι συμβατικές μονάδες επιφανείας.

Η σημασία τους έχει αναδειχθεί εκ νέου τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα εξαιτίας των κινδύνων από θαλάσσιες νάρκες στη Μαύρη Θάλασσα κατά τη διάρκεια του πολέμου στην Ουκρανία.

Για την Ελλάδα, τέτοιες δυνατότητες είναι σημαντικές για την προστασία ναυστάθμων, λιμανιών και θαλάσσιων διαδρόμων στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.

Πόσα ναρκοθηρευτικά διαθέτει σήμερα το Πολεμικό Ναυτικό

Στην επίσημη καταγραφή του ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού περιλαμβάνονται δύο ναρκοθηρευτικά: το «Ευνίκη» (Μ-61) και το «Ευρώπη» (Μ-62).

Το πρώτο προέρχεται από την αμερικανική κλάση «Osprey», ενώ το δεύτερο από τη βρετανική κλάση «Hunt».

Και τα δύο αποκτήθηκαν μεταχειρισμένα, έχοντας προηγουμένως υπηρετήσει σε ξένα πολεμικά ναυτικά.

Εφόσον προχωρούσε η απόκτηση δύο επιπλέον πλοίων και αυτά μπορούσαν να ενταχθούν πλήρως σε επιχειρησιακή υπηρεσία, ο αριθμός των διαθέσιμων ναρκοθηρευτικών θα αυξανόταν σημαντικά.

Η αριθμητική ενίσχυση, πάντως, δεν αρκεί από μόνη της. Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν η τεχνική διαθεσιμότητα, η εκπαίδευση των πληρωμάτων και η υποστήριξη των εξειδικευμένων συστημάτων.

Η Ιταλία προχωρά σε ανανέωση του στόλου της

Η πιθανή παραχώρηση παλαιότερων ναρκοθηρευτικών συνδέεται με το πρόγραμμα εκσυγχρονισμού του ιταλικού Πολεμικού Ναυτικού.

Η Ιταλία έχει αναθέσει στις εταιρείες Intermarine και Leonardo την κατασκευή πέντε νέων ναρκοθηρευτικών, με πρόβλεψη για πιθανή προμήθεια ακόμη τριών.

Η σχετική σύμβαση υπογράφηκε το 2024 και το πρόγραμμα βρίσκεται σε εξέλιξη.

Σύμφωνα με τα δημοσιευμένα στοιχεία, η κατασκευή του κύτους της πρώτης μονάδας ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 2025 και της δεύτερης τον Ιούλιο του 2026, ενώ η παράδοση του πρώτου πλοίου προγραμματίζεται για το 2029.

Οι νέες μονάδες θα είναι μεγαλύτερες και θα αξιοποιούν προηγμένα συστήματα αισθητήρων, αυτόνομα μέσα και τηλεκατευθυνόμενα υποβρύχια οχήματα.

Η τεχνολογική αυτή μετάβαση δημιουργεί προϋποθέσεις για τη σταδιακή απόσυρση παλαιότερων ιταλικών πλοίων.

Το μεγάλο ερώτημα είναι το κόστος και η ηλικία

Παρότι η απόκτηση μεταχειρισμένων ναρκοθηρευτικών θα μπορούσε να προσφέρει σχετικά γρήγορη ενίσχυση, η ηλικία των πιθανών υποψήφιων πλοίων αποτελεί παράγοντα που δεν μπορεί να αγνοηθεί.

Τα «Milazzo» και «Vieste» προέρχονται από τη δεκαετία του 1980 και πλησιάζουν πλέον τις τέσσερις δεκαετίες υπηρεσίας.

Αυτό σημαίνει ότι, πριν από οποιαδήποτε απόφαση, θα πρέπει να αξιολογηθούν η κατάσταση των μηχανών και του κύτους, η αξιοπιστία των σόναρ, η διαθεσιμότητα ανταλλακτικών και οι ανάγκες συντήρησης ή εκσυγχρονισμού.

Εξίσου σημαντικό είναι να υπολογιστεί το συνολικό κόστος χρήσης των πλοίων για τα επόμενα χρόνια και όχι μόνο το ενδεχόμενο τίμημα απόκτησής τους.

Η ουσία της συζήτησης δεν είναι απλώς αν η Ελλάδα μπορεί να αποκτήσει δύο ακόμη ναρκοθηρευτικά, αλλά αν τα συγκεκριμένα πλοία μπορούν να προσφέρουν αξιόπιστες επιχειρησιακές δυνατότητες με οικονομικά βιώσιμο τρόπο.

Προς το παρόν, η ελληνική και η ιταλική πλευρά έχουν επιβεβαιώσει τη συζήτηση για ενδεχόμενη παραχώρηση, χωρίς να έχει ανακοινωθεί οριστική απόφαση.

Διαβάστε επίσης: Όλα τα νέα της ημέρας στο Rodosreport.gr

Pin It on Pinterest