Αστυπάλαια: Η αρχόντισσα του Αιγαίου

viewimg.asp

Οι αρχαίοι την αποκαλούσαν «Τράπεζα των Θεών» και σαν τέτοια δεν μπορεί παρά να ήταν πλούσια και προκλητική προς όλες τις αισθήσεις.

Πλούσια και προκλητική εξακολουθεί να είναι και σήμερα η Αστυπάλαια. Πλούσια σε ιστορικές μνήμες, σε παραδοσιακές εκφράσεις, σε φυσικές ομορφιές, σε ευγενικά αισθήματα των κατοίκων της.

Με αποτυπωμένη τη ροή των αιώνων πάνω της, τυλιγμένη στους θρύλους για το πολυτραγουδισμένο κάστρο της που στεφανώνει μια «ζωγραφιστή» Χώρα από τις ομορφότερες του Αιγαίου, αχνοσχεδιασμένη από μύριους κάβους, λογκάδες και αμμουδερούς όρμους, με ήμερα, πλαστικά βουνά, διάσπαρτη με 365 γραφικές εκκλησίες και ξωκκλήσια, η Αστυπάλαια για τους νιοφερμένους, η Αστροπαλιά για τους ντόπιους, είναι ένα αξιαγάπητο νησί.

Γέφυρα που συνδέει τις Κυκλάδες με τα Δωδεκάνησα, συναντώνται πάνω της τα

ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και των δύο νησιωτικών συμπλεγμάτων. Κάποτε το κάστρο της Αστροπαλιάς είχε κλειδί και κλείδωνε για να μην φανερώσει τα όμορφα κορίτσια του.

Τώρα η Αστυπάλαια είναι ανοιχτή σαν τη φιλόξενη καρδιά των κατοίκων της και φανερώνει αμέσως τα κάλη της. Γι’ αυτό δεν κερδίζει συνεχώς όλο και περισσότερους καινούργιους επισκέπτες, αλλά φίλους!

Στο χορό των αιώνων

Η Αστυπάλαια ταξίδεψε μέσα στους αιώνες με το ίδιο όνομα. Μικρές μόνο παραφθορές την εμφανίζουν και ως Αστουπαλιά, Αστροπαλιά, Στυπαλία.

Κατά τη μυθολογία η Αστυπάλαια και η Ευρώπη ήταν κόρες του Φοίνικος και της Περιμήδης. Από την ένωση της Αστυπάλαιας με τον Ποσειδώνα γεννήθηκε ο Αργοναύτης Αγκαίος και ο βασιλιάς της Κω Ευρύπυλος. Πρωτοκατοικήθηκε από τους Κάρες οι οποίοι την ονόμασαν Πύρρα για το κόκκινο χρώμα της. Για τα πολλά και μυροβόλα λουλούδια της και για τους καρπούς της οι αρχαίοι την αποκαλούσαν «Θεών Τράπεζα».

Όπως και τώρα έτσι και τότε το μέλι της ήταν ονομαστό. Αξιοπερίεργο είναι ότι δεν υπάρχουν φίδια στο νησί και γι’ αυτό ο Αριστοτέλης έγραφε ότι «εχθράν είναι τοις όφεσιν η των Αστυπαλαίων γη». Οι Ρωμαίοι οι οποίοι από κάθε τόπο εκτιμούσαν πρώτα από όλα τα φαγητά του, ονόμαζαν την Αστυπάλαια «ιχθυόεσσαν» για τα πολλά και καλά ψάρια της. Ο Πλίνιος αποδίδει στα σαλιγκάρια του νησιού θεραπευτικές ιδιότητες.

Η Αστυπάλαια πέρασε από την κατοχή της Κρήτης την εποχή του Μίνωα και αργότερα εξελληνίστηκε από αποίκους που ήλθαν από τα Μέγαρα. Κατά τους αρχαίους χρόνους το νησί θα πρέπει να παρουσίασε ιδιαίτερη ακμή, όπως μαρτυρούν διάφορα ευρήματα, κυρίως νομίσματα, που βρέθηκαν στη διάρκεια ανασκαφών, αλλά και συχνές αναφορές σε κείμενα αρχαίων συγγραφέων. Τα ευρήματα εκτίθενται στο αρχαιολογικό μουσείο που λειτουργεί στον Πέρα Γιαλό, από το οποίο μπορεί ο επισκέπτης να πιάσει την άκρη του νήματος της ζωής της Αστυπάλαιας.

Κατά την ελληνιστική εποχή υπήρξε λιμάνι – σταθμός των Πτολεμαίων της Αιγύπτου και κατά την ρωμαϊκή παρουσίασε σημαντική ανάπτυξη χάρη στα πολλά φυσικά λιμάνια της τα οποία αποτελούσαν ορμητήριο κατά των πειρατών.

Στους Βυζαντινούς χρόνους η έξαρση της πειρατείας άλλαξε την οικιστική δομή των νησιών, με την παρακμή των παράλιων οικισμών, τη μετακίνηση των πληθυσμών στο εσωτερικό και την ανέγερση κάστρων για προστασία.

Στην εποχή αυτή ενδέχεται να ανάγεται το κάστρο του Αγίου Ιωάννη στη νοτιοδυτική ακτή της Αστυπάλαιας, λείψανα του οποίου υπάρχουν εκεί μέχρι σήμερα.

Όμως η περίοδος με το εντονότερο σημάδι που διασώθηκε μέχρι τις μέρες μας – το Κάστρο – είναι αυτή της ενετοκρατίας.

Μετά την κατάλυση του βυζαντινού κράτους από τους Φράγκους, το 1204, και τη δημιουργία του Δουκάτου της Νάξου, ο Βενετός ιδρυτής του Μάρκος Σανούδος παραχώρησε την Αστυπάλαια στον επίσης Βενετό ευγενή Ιωάννη Κουιρίνι.

Αυτός ήταν ο ιδρυτής και πρώτος ιδιοκτήτης ενός οικήματος το οποίο αποτέλεσε τον πυρήνα του σημερινού οικισμού. Οι Βενετοί έμειναν στην Αστυπάλαια από το 1207 έως το 1269, χρονιά που οι Βυζαντινοί ανακατέλαβαν το νησί.

Όμως το 1310, ο δεύτερος Ιωάννης Κουιρίνι ηγεμόνας της Τήνου και της Μυκόνου, απόγονος του πρώτου, κυρίευσε ξανά την Αστυπάλαια με τη βοήθεια του Μάρκου Γριμάνι. Οι Κουιρίνι έμειναν κύριοι του νησιού για σχεδόν 300 χρόνια. Ο καθένας με τη σειρά του ανακαίνιζε και μεγάλωνε το Κάστρο. Πλάκες με τα οικόσημα των ευγενών βενετσιάνων που το έκτισαν και το κατοίκησαν, εντοιχισμένες σε διάφορα σημεία, μιλούν για τα περασμένα μεγαλεία τους. Μια από αυτές έφτασε μέχρι τις μέρες μας εντοιχισμένη σ’ ένα σημείο του Κάστρου όπου μπορεί να τη δεί ο επισκέπτης.

Την τοποθέτησαν το Μάρτιο του 1413 την ημέρα που ήταν αφιερωμένη στον προστάτη τους Άγιο Κουιρίνι, ο Ιωάννης Δ’ Κουιρίνι «κόμης της Αστυνέας» και η γυναίκα του Ισσαβέτα. Οι Βενετοί έχασαν την Αστυπάλαια το 1537 όταν ενέσκυψε στα νησιά ο φοβερός Βαρβαρόσας.

Στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας η Αστυπάλαια είχε εξασφαλίσει προνόμια και ζούσε αυτοδιοικούμενη. Πήρε μέρος στην επανάσταση του 1821, αλλά όπως και τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα δεν συμπεριελήφθη στα όρια του ελεύθερου ελληνικού κράτους.

Έμεινε υπό Τουρκική κατοχή, μέχρι το 1912 όταν ακολούθησε η Ιταλική. Μαζί με όλα τα Δωδεκάνησα ενσωματώθηκε επισήμως με την Ελλάδα στις 7 Μαρτίου 1948.

Η χώρα των θαυμάτων

Μέχρι το 19ο αιώνα η Χώρα ήταν ο μοναδικός οικισμός των νεότερων χρόνων της Αστυπάλαιας. Οι άλλοι οικισμοί που υπάρχουν σήμερα, δημιουργήθηκαν στη θέση αγροικιών. Οι μεγαλύτεροι είναι το Λιβάδι και η Ανάληψη ή Μαλτεζάνα κατά τους Ιταλούς. Στη Χώρα συγκεντρώνεται το σύνολο σχεδόν της ζωής του νησιού. Είναι χτισμένη πάνω σε μία χερσόνησο που λούζεται στη γαλάζια θάλασσα, δημιουργώντας δύο απάνεμους κόλπους, του Πέρα Γιαλού αριστερά καθώς κοιτάμε το πέλαγος, και του Λιβαδιού δεξιά.

Το Βενετσιάνικο Κάστρο με τις δύο κατάλευκες εκκλησίες στέκει αγέρωχο στην κορυφή της χερσονήσου, σηματοδοτώντας την αρχή της εξέλιξης του οικισμού.

Όταν οι αιώνες ξεχείλησαν. άρχισαν να κατρακυλούν έξω από τα τείχη στις πλαγιές του λόφου μέχρι το λιμάνι του Πέρα Γιαλού, συνθέτοντας με μικρά κατάλευκα κτίσματα ένα μωσαϊκό της ιστορίας του νησιού. Η εικόνα της Χώρας με το λευκό σώμα και τη γαλάζια καρδιά, αφήνει άφωνο τον επισκέπτη με την ομορφιά και την αρμονία της.

Το Κάστρο καταλαμβάνει ολόκληρο το πλάτωμα στην κορυφή του λόφου. Ένα πυκνοκτισμένο σύνολο σπιτιών συνέθεταν το μεσαιωνικό οικισμό. Σήμερα σώζονται λίγα σπίτια, οι εξωτερικοί τοίχοι των οποίων αποτελούν και τα τείχη του Κάστρου. Μόνο στη νότια πλευρά υπάρχει ένας ισχυρός πολεμικός πύργος που είναι γνωστός με το όνομα «Σεράϊ».

Πάνω στο Κάστρο, ανάμεσα στις σκόρπιες κολώνες και τις πελεκητές πέτρες, είναι κτισμένες δύο όμορφες εκκλησίες: Η Παναγία του Κάστρου και ο Άγιος Γεώργιος.

Η εκκλησία της Παναγίας είναι κτισμένη το 1853 πάνω από την τοξωτή είσοδο του Κάστρου. Στο εσωτερικό της υπάρχει η κτητορική επιγραφή του 1413 και οι θυρεοί των Κουιρίνι. Ο Άγιος Γεώργιος κτίστηκε το 1790. Γύρω από τα τείχη του Κάστρου στριμώχνωνται τα ομοιόμορφα λευκά σπιτάκια με τα μπλε πορτοπαράθυρα και τα ξύλινα μπαλκόνια, οι εκκλησίες και τα σύνολα των μικρών οικογενειακών ναών.

Τη συμφωνία του λευκού και του μπλε διακόπτει η κόκκινη απόχρωση των γερανιών που ανθίζουν στις αρτάνες, στα στενοσόκακα και τα καλντερίμια. Στις παλιές γειτονιές της Χώρας δεν υπάρχει κανένας μεγάλος ελεύθερος χώρος και καμιά πλατεία.

Τα Αστυπαλίτικα παραδοσιακά σπίτια μοιάζουν με τα κυκλαδίτικα. Εξάλλου σ’ ολόκληρο το νησί το κυκλαδίτικο χρώμα μοιάζει να κυριαρχεί του δωδεκανησιακού.

Το πιο ενδιαφέρον μέρος του σπιτιού, εκτός από το τζάκι και τις εσοχές στους τοίχους, είναι το ξύλινο πατάρι στο βάθος, διακοσμημένο με δαντελωτά ξυλόγλυπτα το οποίο χρησιμοποιείται για κρεβάτι. Έχει ύψος περίπου δύο μέτρα και για να φτάσει κανείς μέχρι εκεί ανεβαίνει από τη σκάλα που δημιουργούν τρεις κασέλες η μια πάνω στην άλλη. Πλάι στο κρεβάτι τρεις ή τέσσερις σειρές σκαλιστά ράφια φτιάχνουν τη «κριτζόλα» όπου τοποθετούνται τα πιο όμορφα γυαλικά της νοικοκυράς.

Ο ξύλινος διάκοσμος του κρεβατιού, της «κριτζόλας», των κουφωμάτων και των ταβανιών, είναι δείγματα της εξαίρετης ξυλογλυπτικής τέχνης που αναπτύχθηκε στην Αστυπάλαια. Ένα από τα χαρακτηριστικότερα έργα αυτής της τέχνης είναι το ξυλόγλυπτο ταβάνι ενός σπιτιού μέσα στο Κάστρο, το μοναδικό που έχει διασωθεί μέχρι τις μέρες μας.

Ξεχωριστό στολίδι της Χώρας είναι οι οκτώ συντηρημένοι ανεμόμυλοι στον αυχένα του λόφου απ’ όπου τα καινούργια σπίτια, ταιριαστά κι αυτά με το περιβάλλον, κατηφορίζουν προς το λιμάνι. Κοντά στους ανεμόμυλους βρίσκεται το παραδοσιακό καφενείο της Χώρας και λίγο πιο πάνω το Δημαρχείο, απ’ όπου ξεκινούν οι δύο βασικοί δρόμοι που τραβούν την ανηφόρα για το Κάστρο. Ο καθένας οδηγεί και σε μια ονομαστή εκκλησία, τη Μονή της Παναγίας της Πορταΐτισσας προς τη πλευρά του Λιβαδιού ο ένας και στη Μεγάλη Παναγιά προς την πλευρά του Πέρα Γιαλού ο άλλος.

Η Μεγάλη Παναγιά είναι ενταγμένη σ’ ένα συγκρότημα πέντε ναών, οι οποίοι με φόντο τη θάλασσα δημιουργούν μια ξεχωριστή εικόνα. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτής της εκκλησίας είναι η βοτσαλοστρωμένη αυλή της.

Η Παναγιά η Πορταΐτισσα αποτελεί το θρησκευτικό κέντρο του νησιού και το μεγαλύτερο του προσκύνημα. Άρχισε να κτίζεται το 1762 από τον τυφλό Όσιο Άνθιμο από την Κεφαλλονιά, ο οποίος προηγουμένως είχε κτίσει τις μονές Ζωοδόχου Πηγής στη Σίκινο και Αγίου Γεωργίου στο Καστελλόριζο. Η ανέγερση κράτησε εννιά χρόνια και στη διάρκεια της η παράδοση μιλά για πολλά θαύματα. Είναι αφιερωμένη στην Παναγία την Πορταΐτισσα της Μονής Ιβήρων, αντίγραφο της εικόνας της οποίας έφερε ο Όσιος Άνθιμος στην Αστυπάλαια. Το Δεκαπενταύγουστο που γιορτάζει η Πορταΐτισσα. γίνεται στη χάρη της μεγάλο πανηγύρι με βιολιά και λαούτα. Κοντά στη Μονή λειτουργεί το εκκλησιαστικό μουσείο της Αστυπάλαιας, με σπάνια κειμήλια εξαιρετικής τέχνης.

Περπατώντας πάνω σε μια δανδέλα

Οι πολυσχιδείς ακτές της Αστυπάλαιας δεν είναι παρά ένα αδιάκοπο παιχνίδι της στεριάς με τη θάλασσα. Στη μέση περίπου του νησιού η στεριά στενεύει τόσο πολύ που μια λωρίδα γης μόλις 100 μέτρων συνδέει τα δύο τμήματα. Το Στενό, όπως το λένε οι ντόπιοι, χωρίζει την Αστυπάλαια στο ανατολικό «Μέσα Νησί» και στο δυτικό «Έξω Νησί».

Η Χώρα βρίσκεται στο «Έξω Νησί» και ο ασφαλτοστρωμένος δρόμος για το «Μέσα Νησί» περνά δίπλα από τις διαδοχικές παραλίες Μαρμάρια. από το Στενό, την παραλία Πλάκες και φτάνει μετά από 9 χλμ. συνολικής διαδρομής στην Ανάληψη ή Μαλτεζάνα.

Λίγο πριν από τον οικισμό μια διακλάδωση οδηγεί στο αεροδρόμιο του νησιού (10 χλμ. από τη Χώρα). Η Ανάληψη είναι ένας από τους τρεις οικισμούς της Αστυπάλαιας. Ονομάζεται και Μαλτεζάνα γιατί λένε ότι την πρωτοκατοίκησαν Μαλτέζοι πειρατές. Ο παραθεριστικός κυρίως οικισμός αγκαλιάζει τον όρμο και την παραλία Μπλέ Λιμανάκι με το μακρύ μόλο όπου αράζουν τα ψαροκάικα και ακουμπά στα περιβόλια και τ’ αμπέλια. Εκεί βρίσκονται τα σπουδαίας αρχαιολογικής σημασίας Προχριστιανικά Λουτρά του Ταλαρά και το ψηφιδωτό με το ζωδιακό κύκλο.

Υπάρχουν επίσης ψηφιδωτά στο προαύλιο της Αγίας Βαρβάρας.

Μετά τη Μαλτεζάνα ο ασφαλτοστρωμένος δρόμος καταλήγει στη περιοχή του Σχοινώντα. όπου έχει αρχίσει να δημιουργείται ένας καινούργιος οικισμός.

Από εκεί ο δρόμος γίνεται βατός χωματόδρομος και ανηφορίζει στα απότομα βουνά αυτής της πλευράς, προσφέροντας πανοραμική θέα του κόλπου Βάϊ, για να καταλήξει στον κλειστό όρμο Βαθύ. Το ήσυχο τοπίο στο Μέσα Βαθύ διανθίζουν μια όμορφη εκκλησία, μια ταβέρνα, λίγα σπίτια και τα δεμένα στο μόλο ψαροκάικα.

Στο Βαθύ μπορεί να φτάσει ο επισκέπτης οδικώς με βατό χωματόδρομο.

Πριν από το Βαθύ ξεκινά ένας δύσκολος χωματόδρομος ο οποίος καταλήγει στο Μοναστήρι της Παναγιάς της Πουλαριανής.

Επιστρέφοντας στο «Έξω Νησί» μετά το Στενό αρχίζει ο ασφαλτοστρωμένος δρόμος που οδηγεί στο λιμάνι του Αγίου Ανδρέα (1 χλμ.). Μια άλλη διαδρομή αρχίζει από τη χώρα και διατρέχει τα βουνά του «Έξω Νησιού», όπου εδώ οι καμπύλες τους είναι μαλακές. Οι πανοραμικές εικόνες της Χώρας και του Λιβαδιού στην αρχή και μετά η θέα των ήρεμων βουνών με τα διάσπαρτα λευκά εκκλησάκια προσφέρουν μοναδική ευχαρίστηση. Πάνω σ’ αυτή τη διαδρομή είναι το Μοναστήρι της Φλεβαριώτισας. Γιορτάζει στις 2 Φεβρουαρίου και αυτή η μέρα είναι το χειμερινό ραντεβού των φίλων της Αστυπάλαιας απ’ όλο τον κόσμο. Το τέρμα αυτής της διαδρομής είναι η περιοχή του Αγίου Ιωάννη (10 χλμ.). Το γραφικό κατάλευκο εκκλησάκι προβάλλεται ανάμεσα σε δύο απότομες πλαγιές πέρα στο μακρυνό πέλαγο. Κάτω από το εκκλησάκι υπάρχουν περιβόλια και πηγές με γάργαρα νερά και ακόμα πιο κάτω μετά από αρκετή ώρα ποδαρόδρομο μια υπέροχη παραλία. Δεξιά από το εκκλησάκι, ψηλά στην άκρη του βουνού υπάρχουν τα ερείπια του παλιού κάστρου.

Κοντά στη Χώρα βρίσκεται ο οικισμός του Λιβαδιού, ο οποίος είναι ο ανθισμένος κήπος του νησιού. Τα περιβόλια με τις μανταρινιές, τις πορτοκαλιές και τ’ αμπέλια, τα σπίτια πνιγμένα στα λουλούδια απλώνονται σ’ όλο το πλάτος και το μήκος της ρεματιάς, η οποία καταλήγει σε μια όμορφη παραλία. Από το Λιβάδι ξεκινά ο ασφαλτοστρωμένος δρόμος, ο οποίος προσφέροντας και από εδώ πανοραμικές εικόνες της Χώρας, συνδέει την απομονωμένη παραλία των γυμνιστών Τζανάκι και αφού περιδιαβαίνει πλήθος μικρών όρμων και την παραλία του Πάπου, καταλήγει στην προκλητική αμμουδιά του Αγίου Κωνσταντίνου.

Σε δύο από τις ωραιότερες παραλίες του νησιού ο επισκέπτης μπορεί να φτάσει με τουριστικά σκάφη που ξεκινούν από τον Πέρα Γιαλό και τη Μαλτεζάνα. Πιάνουν στα Καμινάκια όπου λειτουργεί και ταβέρνα που σερβίρει γίδα βραστή και τις Βάτσες όπου υπάρχει σπήλαιο με σταλακτίτες και σταλαγμίτες. Τα σκάφη κάνουν επίσης εκδρομές στο νησί Κουτσομύτη που είναι ένα από τα πολλά νησάκια που περιβάλλουν την Αστυπάλαια.

Στην «ιχθυόεσσα» Αστυπάλαια τα φρέσκα, λαχταριστά ψάρια κατέχουν την πρώτη θέση στα τραπέζια των ταβερνών που λειτουργούν κυρίως στη Χώρα, τη Μαλτεζάνα και το Λιβάδι. Εδώ η κακαβιά, οι χταποδοκεφτέδες, οι ντολμάδες με τα αμπελόφυλλα είναι παλιά παράδοση. Ονομαστά είναι επίσης και τα τυριά του νησιού από αιγοπρόβειο γάλα, όπως η «χλωρή». Μάλιστα το παραδοσιακό τυροκομείο που λειτουργεί σ’ ένα θολάρι της Χώρας είναι αξιοθέατο.

Εναλλακτικός Τουρισμός

Το νησί έχει καταφέρει να παραμείνει σχετικά παρθένο και να μην θυσιαστεί στην ανεξέλεγκτη τουριστική ανάπτυξη, παρέχοντας αξέχαστες διακοπές δίπλα στη φύση, με σεβασμό προς αυτήν και με πολλαπλές επιλογές ψυχαγωγίας και εξερεύνησής της. Τώρα πια η Αστυπάλαια έχει το δικό της πολύ αξιόλογο αναρριχητικό πεδίο, το δικό της δίκτυο πεζοπορικών διαδρομών και δύο σπήλαια χαρτογραφημένα και φωτογραφημένα. Και όλα αυτά πλάι στα πλούσια ιστορικά μνημεία. Όσοι τώρα πια επισκεφθούν την Αστυπάλαια, ιδιαίτερα άνοιξη και φθινόπωρο, είναι σίγουρο ότι θα τα απολαύσουν.

ΠΕΖΟΠΟΡΙΑ: Η πραγματοποίηση ενός οδοιπορικού στην Αστυπάλαια είναι ο ιδανικός τρόπος, για να εξερευνήσετε την καρδιά αυτού του συναρπαστικού νησιού. Περπατήστε στα χαραγμένα και με σήμανση μονοπάτια η στις πλαγιές των βουνών. Στην Αστυπάλαια σας δίνεται η δυνατότητα να περπατήσετε και να ανακαλύψετε τις αρχαίες πορείες της μυθολογίας και της ιστορίας.

Κάθε εποχή του χρόνου έχει διαφορετικά χρώματα και ενδιαφέροντα.

ΑΝΑΡΡΙΧΗΣΗ: Εάν σας αρέσει η περιπέτεια, τότε σίγουρα επιθυμείτε να αναζωογονηθείτε μέσω ενεργών διακοπών και διάφορων υπαίθριων δραστηριοτήτων. Το αναρριχητικό πεδίο «φτερά» είναι χωρισμένο σε δύο κομμάτια (λόγω του ανάγλυφου της περιοχής) και έχουν χαραχθεί 20 διαδρομές, εξοπλισμένες με ανοξείδωτα βύσματα Μ10 και με ρελέ στο τέλος τους. Ο βράχος είναι ασβεστολιθικός και σε γενικές γραμμές αρκετά καλός. Το πεδίο είναι εύκολα προσβάσιμο από τη Χώρα (20 λεπτά με το αυτοκίνητο σε καλό χωματόδρομο).

ΟΡΕΙΒΑΣΙΑ: Με την ορειβασία στην Αστυπάλαια επιτυγχάνεται ένας εξαιρετικός συνδυασμός διακοπών και αυτής της μοναδικής δραστηριότητας διασκέδασης, που στηρίζεται στο πνεύμα και την αυτοπεποίθηση της ομάδας πάνω στους βράχους των βουνών. Απότομοι βράχοι κατά μήκος των παραλιών και όμορφες τραβέρσες πάνω από τα νερά του Αιγαίου θα σας συναρπάσουν.

ΣΠΗΛΑΙΟΛΟΓΙΚΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ: Τα σπήλαια της Αστυπάλαιας είναι ξεχωριστά για το μέγεθος του νησιού και αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους πόλους έλξης εναλλακτικού τουρισμού στο νησί. προσφέροντας μία ευχάριστη εμπειρία, καθώς και ένα διάλειμμα από τη συνηθισμένη μορφή διακοπών στο νησί.

MOUNTAIN BIKING: Εξαιρετικές διαδρομές για όλους, από τον αρχάριο μέχρι τον προχωρημένο αναβάτη που θα απολαύσουν τα τοπία και τις μυρωδιές της επαρχίας του νησιού.

Ο ιδανικός προορισμός για σας είναι η Αστυπάλαια. Το νησί των αντιθέσεων θα σας εκπλήξει!

eleftheria