Φιδονήσι, ο μεγάλος πρωταγωνιστής του πολέμου Ρωσίας – Ουκρανίας και η σχέση του με την Ελλάδα

Το Φιδονήσι από την πρώτη στιγμή της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία απέκτησε πρωταγωνιστικό ρόλο στην σύγκρουση, έστρεψε πάνω του την προσοχή και τα φώτα της δημοσιότητας. Η θέση και νομική του κατάσταση αποκτά για πολλούς λόγους ιδιαίτερο Ελληνικό ενδιαφέρον. Την μικρή σε έκταση αλλά μεγάλης στρατηγικής σημασίας νησίδα στα βορειοδυτικά του Ευξείνου Πόντου, κατέλαβαν οι Ρωσικές δυνάμεις, την πρώτη ημέρα του πολέμου με την Ουκρανία και σήμερα μετά από τέσσερις μήνες εχθροπραξιών και αεροναυτικών συγκρούσεων για την τύχη της νήσου οι Ρωσικές δυνάμεις αποχώρησαν από το Φιδονήσι ή «Zmiinyi» στην ουκρανική γλώσσα.

Κατά την Ελληνική Μυθολογία και το θρύλο τα σώματα του Αχιλλέα και του Πάτροκλου μετέφερε στο νησί η μητέρα του Αχιλλέα, Θέτιδα μετά τον θάνατό τους στην Τροία που εξιστορείται στα έπη του Ομήρου και υπάρχουν αρχαιοελληνικές επιγραφές. Τούτο και μόνο θα μπορούσε να δικαιολογήσει το Ελληνικό ενδιαφέρον σχετικά με την Ελληνικότητα και την Ιστορία του Ευξείνου Πόντου, όμως λόγοι που αφορούν το Διεθνές Δίκαιο της θάλασσας, τις θαλάσσιες οριοθετήσεις και τη νομολογία των Διεθνών Δικαστηρίων σε διενέξεις μεταξύ κρατών για τις θαλάσσιες ζώνες επικαιροποιούν το ενδιαφέρον αυτό και καθοδηγούν Έλληνες και ξένους διεθνολόγους, αναλυτές και ερευνητές να παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις.

Τα ερωτήματα σε επιχειρησιακό επίπεδο παραμένουν και είναι δεδομένο ότι το Φιδονήσι μετά την κατάληψη και αποχώρηση των Ρωσικών δυνάμεων, την ανακατάληψη από τον Ουκρανικό Στρατό, τους σφοδρούς βομβαρδισμούς εκατέρωθεν, την βύθιση πλωτών μονάδων του Ρωσικού Στόλου ή την τυχόν νέα προσπάθεια απόβασης των Ρώσων, θα παραμείνει στο επίκεντρο της πολεμικής σύρραξης.

Όποιος κυριαρχήσει στο Φιδονήσι διατηρεί κυριαρχικό ρόλο στις θαλάσσιες ζώνες του Ευξείνου Πόντου και στα γεωπολιτικά δρώμενα της περιοχής.

Υπόθεση για την θαλάσσια οριοθέτηση στη Μαύρη Θάλασσα, Ρουμανία – Ουκρανία.

Η σημασία που έχει το Φιδονήσι ξεκινά πολύ νωρίτερα. Το 2004 η Ρουμανία κατέθεσε προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης εναντίον της Ουκρανίας για το ζήτημα της οριοθέτησης της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης και της υφαλοκρηπίδας της. Το Δικαστήριο στην συγκεκριμένη υπόθεση χρειάστηκε να προσμετρήσει την θέση του Serpent Island – νησιού των Όφεων, που βρίσκεται σε απόσταση 20 μιλίων από τις εκβολές του Δούναβη και το μήκος της ακτογραμμής του είναι 2 χιλιόμετρα. Το Δικαστήριο εξέδωσε την απόφασή του τον Φεβρουάριο του 2009 και δήλωσε ότι δεσμεύεται από την προσέγγιση των τριών σταδίων που ορίζει ο νόμος για την θαλάσσια οριοθέτηση. Έτσι, προχώρησε αρχικά στον σχεδιασμό μιας προσωρινής μέσης γραμμής ίσης απόστασης από σημαντικά σημεία στις ακτές και των δύο χωρών, προσέχοντας μάλιστα ιδιαίτερα τις προεξοχές στις ακτές τους. Στη συνέχεια εξέτασε τους σχετικούς παράγοντες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την προσαρμογή αυτής της γραμμής και την προσάρμοσε αναλόγως προκειμένου να καταλήξει σε μια λύση. Τέλος, επιβεβαίωσε ότι η γραμμή που προέκυψε με τον παραπάνω τρόπο οδηγεί σε μια κατά την άποψή του δίκαιη λύση για τα δύο μέρη ελέγχοντάς την και συγκρίνοντας την αναλογία του μήκους της ακτογραμμής με την αναλογία των σχετικών θαλάσσιων περιοχών.

Στην απόφαση του το Δικαστήριο αναφέρει σχετικά με το νησί των Όφεων, ότι η ύπαρξη του επιτάσσει μεγάλη προσοχή στον σχεδιασμό της προσωρινής μέσης γραμμής ίσης απόστασης. Η ιδιαιτερότητα σε αυτήν την περίπτωση, σε σχέση με άλλα παράκτια νησιά, είναι ότι το νησί αυτό είναι απομακρυσμένο, δεν γειτνιάζει με κάποιο άλλο νησί και βρίσκεται σε απόσταση 20 ναυτικών μιλίων από την ξηρά στην ηπειρωτική χώρα, επομένως, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μέρος μιας συστάδας νησιών παρυφής τα οποία ανήκουν στην ουκρανική ακτή. Εντέλει, στο νησί αποδόθηκε αιγιαλίτιδα ζώνη 12 ναυτικών μιλίων, χωρίς όμως να επηρεάζει η γεωγραφική του θέση τον καθορισμό της προσωρινής γραμμής. Η απόφαση αυτή θεωρείται ότι υποστηρίζει την ρουμανική πλευρά, καθώς η Ρουμανία αποκτά τον έλεγχο του 80% περίπου της επίμαχης περιοχής της υφαλοκρηπίδας, η οποία μάλιστα διαθέτει πλούσια αποθέματα σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Αναγκαία διευκρίνηση ότι σε σχέση με το Φιδονήσι που οι κάτοικοί του ήταν στρατιωτικοί και επιστήμονες από την Ουκρανία, τα Ελληνικά νησιά κατοικούνται από χιλιετίες με μόνιμους κατοίκους, φυσικούς πόρους και τοπική οικονομία που μπορεί να υποστηρίξει τον πληθυσμό και την ευημερία των κατοίκων.

Η διαφορά ανάμεσα στα δύο κράτη για το ζήτημα της υφαλοκρηπίδας του, ανάγεται την εποχή της κατάρρευσης της Σοβιετικής Ένωσης. Η μεν Ουκρανία υποστήριζε ότι αποτελεί νησί, ενώ η Ρουμανία ότι πρόκειται για βραχονησίδα. Το Δικαστήριο τοποθετήθηκε στο θέμα αυτό και αποφάσισε ότι δεν θα λάβει υπόψη τις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 121 της Σύμβασης του 1982 για το Δίκαιο της Θάλασσας, στις οποίες αναφέρεται ότι η υφαλοκρηπίδα, η ΑΟΖ, η συνορεύουσα ζώνη και τα χωρικά ύδατα ενός νησιού προσδιορίζονται με βάση τις διατάξεις της Σύμβασης για τις ηπειρωτικές χώρες, ενώ στην περίπτωση των βραχονησίδων και βράχων που δεν μπορούν να έχουν μόνιμη κατοίκηση δεν έχουν επίσης ούτε υφαλοκρηπίδα ούτε ΑΟΖ. Με την δήλωσή του αυτή το Δικαστήριο ουσιαστικά εξέφρασε την πρόθεσή του να μην τοποθετηθεί για το θέμα του χαρακτηρισμού του νησιού των Όφεων ως νησί ή βραχονησίδα.

Το 2008 τα δύο κράτη προσκόμισαν τις προτάσεις τους στο Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, η Ουκρανία το αναγνώριζε ως νησί και του έδινε πλήρη επήρεια, ενώ η Ρουμανία από την πλευρά της αγνόησε πλήρως το νησί των Όφεων και το μόνο που αναγνώρισε ήταν το δικαίωμα του σε αιγιαλίτιδα ζώνη.

Η Ουκρανία επικαλέστηκε – για να συνυπολογιστούν από το Δικαστήριο – ως σχετικές περιστάσεις: την ανισότητα του συνολικού μήκους της ακτογραμμής των δύο κρατών, την ύπαρξη του νησιού των Όφεων και την έως τότε πρακτική που συνήθιζαν να έχουν τα κράτη σε ζητήματα αλιείας, ναυτικής περιπολίας, και εκχωρήσεις αδειών για την διαχείριση και την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων, και ιδιαίτερα του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, και τέλος ζητήματα ασφάλειας.

Η Ρουμανία από την πλευρά της έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ως σχετικές περιστάσεις το γεγονός ότι η Μαύρη Θάλασσα είναι μια κλειστή θάλασσα, καθώς επίσης και τις οριοθετήσεις που είχαν ήδη πραγματοποιηθεί στην ευρύτερη περιοχή. Έτσι, το Δικαστήριο χάραξε με βάση αυτά την προσωρινή γραμμή ίσης απόστασης, χωρίς να αναγνωρίζει οποιαδήποτε επίδραση του νησιού των Όφεων, αλλά μόνο τα 12 ναυτικά μίλια αιγιαλίτιδας ζώνης. Μάλιστα, αφού εξέτασε τις σχετικές περιστάσεις που προέβαλαν τα κράτη, αποφάσισε ότι δεν υπάρχει λόγος να αλλάξει η προσωρινή μέση γραμμή εξαιτίας αυτών των περιστάσεων. Έτσι, η γραμμή διατηρήθηκε και μετά τον έλεγχο της αναλογικότητας καθώς δίνει ένα δίκαιο αποτέλεσμα οριοθέτησης των θαλάσσιων ζωνών των κρατών.

Συγκεκριμένα, σε ό, τι αφορά το θέμα του νησιού των Όφεων, το 1997 η Ρουμανία είχε αποδεχτεί τελικά ότι αυτό ανήκε στην Ουκρανία. Στο Δικαστήριο η Ρουμανία υποστήριξε ότι στην συμφωνία μεταξύ των δύο χωρών του 1997 η Ουκρανία είχε συμφωνήσει ότι το εν λόγω νησί εμπίπτει στην κατηγορία του «βράχου» σύμφωνα με το άρθρο 121 παράγραφος 3 της Σύμβασης του 1982 και ως εκ τούτου δεν μπορεί να επηρεάσει την θαλάσσια οριοθέτηση μεταξύ των δύο χωρών. Η Ουκρανία απέρριψε αυτόν τον ισχυρισμό υποστηρίζοντας ότι η αναφορά στο συγκεκριμένο άρθρο της Σύμβασης ήταν σε μια ρουμανική «δήλωση» την οποία η ίδια ποτέ δεν είχε δεχτεί και επομένως ο ισχυρισμός της Ρουμανίας ήταν «αβάσιμος».

Το Δικαστήριο στην απόφασή του για την συγκεκριμένη υπόθεση απέφυγε να δώσει ολοκληρωμένους ορισμούς των λέξεων του άρθρου 121 παράγραφος 3 της Σύμβασης του 1982, ωστόσο, αναφέρθηκε στον ρόλο που θα είχε το νησί των Όφεων στην οριοθέτηση. Εντέλει αποφάσισε ότι το νησί θα πρέπει να έχει αιγιαλίτιδα ζώνη 12 ναυτικών μιλίων, αλλά, κατά τα άλλα δεν θα είχε καμία επίδραση στην οριοθέτηση.

Η Ουκρανία αντιδρώντας σε αυτό υποστήριξε ότι το νησί θα πρέπει να θεωρηθεί μέρος της ουκρανικής ακτής γιατί αποτελεί μέρος της γεωμορφολογίας και η ακτή του αποτελεί μέρος της σχετικής ουκρανικής ακτογραμμής. Η Ρουμανία απάντησε σε αυτό υποστηρίζοντας ότι αποτελεί απλώς ένα μικρό θαλάσσιο στοιχείο που βρίσκεται μάλιστα σε σημαντική απόσταση από τις ακτές και των δύο χωρών.

Το Δικαστήριο εντέλει δέχτηκε την Ρουμανική οπτική στο θέμα αυτό, αναφέροντας ότι η ακτή του νησιού είναι τόσο μικρή που δεν επιφέρει καμία πραγματική διαφορά στο συνολικό μήκος της ακτογραμμής. Στη συνέχεια ανέφερε ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί μέρος της ουκρανικής ακτογραμμής γιατί βρίσκεται απομονωμένο και περίπου 20 ναυτικά μίλια μακριά από την ηπειρωτική χώρα και επομένως δεν ανήκει σε ένα απομονωμένο σύμπλεγμα νησιών που να μπορεί να θεωρηθεί ως ουκρανική ακτή.

Μάλιστα ανέφερε ότι το να υπολογίσει το Δικαστήριο το νησί των Όφεων ως τμήμα της ακτογραμμής της Ουκρανίας θα ισοδυναμούσε με εισαγωγή ενός ξένου στοιχείου στην ακτογραμμή της που θα είχε ως αποτέλεσμα την αναδιαμόρφωση της γεωγραφίας.

Στο Αιγαίο που ταυτίζεται με την Ελλάδα, την ύπαρξή της και την θέση της στον κόσμο, η Γεωγραφία και η Ιστορία έθεσαν τα νησιά μας ως κεντρικά σημεία αναφοράς στον πολιτισμό, την οικονομία και την κυριαρχία στην σημαντική αυτή περιοχή της Μεσογείου και της Ευρώπης.

Ιωάννης Στ. Φλεβάρης

Ανεξάρτητος Περιφερειακός Σύμβουλος

Απόφοιτος Νομικής Α.Π.Θ.

Δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω

ΜSc Διεθνείς Σχέσεις – MSc Αρχαίο Θέατρο

Υποψήφιος Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αιγαίου

Pin It on Pinterest

Share This