Φόβοι για τους πληθυσμούς του δηλητηριώδους λεοντόψαρου στο Αιγαίο

leontopsaro

Η αύξηση των θερμοκρασιών λόγω της κλιματικής αλλαγής, καθώς επίσης η πρόσφατη εκβάθυνση και διαπλάτυνση του Καναλιού του Σουέζ, έχει ανοίξει διάπλατα την πόρτα της νοτιοανατολικής Μεσογείου στο λεονταρόψαρο, ίσως τον πιο επικίνδυνο από τους ουκ ολίγους απειλητικούς θαλάσσιους εισβολείς.

Αυτό προειδοποιεί μια νέα κυπρο-βρετανική επιστημονική έρευνα, που έρχεται στη δημοσιότητα λίγες μόνο μετά από αντίστοιχη προειδοποίηση από τη Διεθνή Ένωση για την Προστασία της Φύσης (IUCN).

Ο ερευνητής Δημήτρης Κλείτου του Εργαστηρίου Περιβαλλοντικών Ερευνών στη Λεμεσό και ο καθηγητής Τζέισον Χολ Σπένσερ της Σχολής Θαλασσίων Επιστημών του Πανεπιστημίου του Πλίμουθ, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό θαλάσσιας βιολογίας Marine Biodiversity Records, αναφέρουν ότι, με βάση αναφορές από ψαράδες και δύτες, μέσα σε διάστημα ενός μόνο έτους το λεονταρόψαρο-εισβολέας έχει «κατακτήσει» σχεδόν όλη τη νότια ακτή της Κύπρου από τη Λεμεσό έως τον Πρωταρά.

Μέχρι τώρα έχουν εντοπισθεί στην Κύπρο περίπου 20 λιονταρόψαρα, μερικές φορές σε ζεύγη, ενώ έχουν θεαθεί και στα νερά της νότιας Τουρκίας. Η επέκτασή τους όλο και βορειότερα, προς το Αιγαίο, θεωρείται θέμα χρόνου, στο βαθμό που τα νερά έχουν αυξημένη θερμοκρασία. Ανακοίνωση είχε εκδώσει προ μηνών το Ελληνικό Κέντρο Θαλάσσιων Ερευνών (ΕΛΚΕΘΕ) ότι το εν λόγω ψάρι ήδη εθεάθη από δύτες στα νερά της Ρόδου.

Το δηλητηριώδες λεονταρόψαρο (Pterois miles) τρέφεται με μια ποικιλία άλλων ψαριών και θαλάσσιων οργανισμών. Γεννά κάθε τέσσερις μέρες, καθ’ όλο το έτος, παράγοντας περίπου δύο εκατομμύρια αυγά ετησίως, τα οποία παρασύρονται από τα θαλάσσια ρεύματα σε μεγάλες αποστάσεις, πράγμα που βοηθά την εξάπλωση του είδους του.

Τα αγκάθια του είναι άκρως δηλητηριώδη και εν δυνάμει θανατηφόρα για όποιον τρυπηθεί από αυτά – άλλο ψάρι ή άνθρωπο. Αν κανείς τσιμπηθεί, πρέπει αμέσως να πάει σε γιατρό, γιατί μπορεί να εκδηλώσει σοβαρή αλλεργική αντίδραση.

Η ταχεία αναπαραγωγή και ανάπτυξή του και τα τοξικά αγκάθια του αποτελούν τα «όπλα» με τα οποία το επίβοφο λεονταρόψαρο κατακτά συνεχώς νέες περιοχές, μειώνοντας τη βιοποικιλότητα των οικοσυστημάτων, μια εξέλιξη με σοβαρές βιολογικές και κοινωνικο-οικονομικές επιπτώσεις.

Οι ερευνητές επεσήμαναν την ανάγκη να δοθούν κίνητρα, ώστε να κυνηγηθεί το λεονταρόψαρο από ψαράδες και ψαροντουφεκάδες (κάτι που έγινε με επιτυχία στα ρηχά νερά της Καραϊβικής), καθώς επίσης, σε αντιστάθμισμα, να αυξηθούν οι πληθυσμοί άλλων ψαριών, όπως ο ροφός, που κυνηγούν τα λεονταρόψαρα.

Το λεονταρόψαρο προέρχεται από τον Ινδικό Ωκεανό και στη Μεσόγειο έγινε αντιληπτό για πρώτη φορά το 1991, στον Κόλπο της Χάιφας του Ισραήλ. Παρά τους κινδύνους πάντως, το ψάρι αυτό, μετά από προσεκτικό καθάρισμα, τρώγεται και είναι μάλιστα νόστιμο.