Ιταλία- Σεισμός: Η συγκινητική ιστορία του σκύλου που δεν φεύγει από το φέρετρο του αφεντικού του [φωτό & βίντεο]

κόκερ Ιταλία

Ένα μικρό σκυλάκι κόκερ σπάνιελ στέκεται ακούραστος φρουρός δίπλα σε ένα από τα τριάντα τέσσερα φέρετρα στο εσωτερικό ενός γυμναστηρίου στο Ασκόλι Πιτσένο της Ιταλίας που αποτελούν και ένα κομμάτι από τον τραγικό απολογισμό του φονικού σεισμού που συγκλόνισε τα κεντρικά της χώρας.

Η εικόνα της γεμάτης με φέρετρα αίθουσας αποτυπώνει με τον πιο εύγλωττο τρόπο τις ολέθριες επιπτώσεις του φονικού σεισμού της περασμένης Παρασκευής, που στοίχισε τη ζωή σε 290 ανθρώπους και άφησε άστεγους χιλιάδες Ιταλούς. Οι οικογένειες των θυμάτων έχουν απομείνει τώρα να θρηνούν για τον χαμό των αγαπημένων τους, λέγοντας τους το τελευταίο αντίο. Ανάμεσά τους, το ανοιχτόχρωμο κόκερ σπάνιελ υπενθυμίζει ότι, για μερικούς ανθρώπους, τα αγαπημένα τους ζώα είναι κάτι σαν οικογένεια και ότι το αίσθημα αυτό – όσο κι αν κάποιοι το αμφισβητούν – είναι αμοιβαίο.

Δεν γνωρίζουμε πολλά για το θύμα του φονικού σεισμού που βρίσκεται μέσα στο φέρετρο το οποίο «φυλάει» το πιστό σκυλάκι. Η μόνη πληροφορία που έχουμε για αυτόν είναι ότι ζούσε στο Ακουμόλι, μία από τις κοινότητες που υπέστησαν το μεγαλύτερο πλήγμα του Εγκέλαδου. Η δόνηση ήταν τόσο ισχυρή, που η πόλη «βυθίστηκε» 20 εκατοστά, σύμφωνα με το ιταλικό γεωλογικό ινστιτούτο.

Όσο για το κόκερ σπάνιελ, του οποίου το όνομα δεν έχει γίνει γνωστό, αποτελεί άξιο διάδοχο του Χάτσικο, του σκύλου που έγινε σύμβολο της πίστης και της αφοσίωσης τη δεκαετία του ’30 στην Ιαπωνία. 

Ο Χάτσικο, ο οποίος ήταν αχώριστος με τον ιδιοκτήτη του, έναν καθηγητή στο Τόκιο της Ιαπωνίας, συνόδευε πάντα τον καλό τον καλό του φίλο στον σταθμό για να πάει στην εργασία του και τον περίμενε την ώρα της επιστροφής του στο ίδιο σημείο για να τον υποδεχτεί. Τον Μάιο του 1925 ο Χάτσικο συνόδευσε όπως πάντα τον καθηγητή στον σταθμό του τρένου και γύρισε σπίτι. Ο καθηγητής όμως δεν εμφανίστηκε ποτέ ξανά στον σταθμό, αφού κατά την διάρκεια μιας διάλεξης στο πανεπιστήμιο πέθανε από εγκεφαλική αιμορραγία. Ο Χάτσικο ξαναγυρνούσε στον σταθμό, περιμένοντας στο ίδιο σημείο τον κύριό του κάθε μέρα, για το υπόλοιπο της ζωής του.