Το εκχύλισμα γαϊδουράγκαθου εμποδίζει την ανάπτυξη του καρκίνου

gaidouragatho-612x382

Στα αποτελέσματα που παρουσιάστηκαν στην Ετήσια Συνάντηση της Αμερικανικής Ένωσης για την Έρευνα του Καρκίνου (AACR) το 2015, μια μελέτη από το Κέντρο Καρκίνου του Πανεπιστημίου του Κολοράντο έδειξε ότι η από του στόματος χορήγηση της χημικής ουσίας σιλιμπινίνης, η οποία προέρχεται από το γαϊδουράγκαθο, επιβραδύνει την ικανότητα ανάπτυξης των καρκινικών βλαστικών κυττάρων του παχέος εντέρου. Όταν τα βλαστικά κύτταρα από όγκους που αναπτύχθηκαν σε ποντίκια που λάμβαναν σιλιμπινίνη εγχύθηκαν εκ νέου σε άλλα ποντίκια, δεν κατάφεραν να αναπτύξουν εξίσου επιθετικούς όγκους ακόμη και χωρίς τη χορήγηση σιλιμπινίνης.

Ο Rajesh Agarwal, συνεπικεφαλής του προγράμματος Πρόληψης και Ελέγχου του Καρκίνου στο Κέντρο Καρκίνου στο Πανεπιστήμιο του Κολοράντο και καθηγητής στο Τμήμα Φαρμακευτικής και Φαρμακευτικών Επιστημών, αναφέρει τα εξής: «Είναι πολύ απλό: οι όγκοι στα ποντίκια στα οποία είχε χορηγηθεί αρχικώς σιλιμπινίνη είχαν λιγότερα και μικρότερα καρκινικά βλαστικά κύτταρα, χαμηλότερο μεταβολισμό και παρουσίασαν μειωμένη ανάπτυξη καινούριων αιμοφόρων αγγείων. Το σημαντικότερο είναι ότι τα καρκινικά βλαστικά κύτταρα από όγκους σε ποντίκια στα οποία είχε χορηγηθεί σιλιμπινίνη, όταν εγχύθηκαν σε άλλα ποντίκια βρέθηκε ότι είχαν χάσει τη δυνατότητά τους να πολλαπλασιαστούν εκ νέου ακόμη και χωρίς την έκθεση στη σιλιμπινίνη».

Η σιλιμπινίνη είναι ένας μη τοξικός, δυνητικά χημειοαποτρεπτικός παράγοντας που προέρχεται από σπόρους γαϊδουράγκαθου. Τα αποτελέσματα που παρουσιάστηκαν από τον Agarwal και τους συνεργάτες του στο περσινό Ετήσιο Συνέδριο έδειξαν ότι σε καλλιέργειες κυττάρων η σιλιμπινίνη επηρεάζει την κυτταρική σηματοδότηση που σχετίζεται με τον σχηματισμό και την επιβίωση των καρκινικών βλαστικών κύτταρων του παχέος εντέρου. Η παρούσα μελέτη επεκτείνει αυτή την πολλά υποσχόμενη γραμμή έρευνας στη χρήση ποντικών στις δοκιμές.

Συγκεκριμένα, η ομάδα χρησιμοποίησε τα ορθοκολικά καρκινικά βλαστικά κύτταρα προκειμένου να δημιουργηθούν όγκοι σε ποντίκια στα οποία είτε χορηγήθηκε είτε δεν χορηγήθηκε σιλιμπινίνη. Η ανάπτυξη του όγκου μετρήθηκε μέσω ορατού μεγέθους, μαγνητικής τομογραφίας και μέτρησης του μεταβολισμού του όγκου (με χρήση γλυκόζης). Αυτά τα καρκινικά κύτταρα στη συνέχεια εγχύθηκαν εκ νέου σε ποντίκια προκειμένου να μετρηθεί η ανάπτυξή τους στις επόμενες γενιές χωρίς τη χορήγηση σιλιμπινίνης.

Ο Sushil Kumar, μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Εργαστήριο του Agarwal, εξηγεί: «Έχουμε εμπλακεί βαθιά σε αυτή τη σειρά ερευνών η οποία εκτείνεται από τη σιλιμπινίνη μέχρι τις χημειοπροληπτικές ιδιότητές της όσον αφορά τον καρκίνο του παχέος εντέρου, ενώ η τρέχουσα μελέτη κάνει ένα ακόμη σημαντικό βήμα: βλέπουμε την ύπαρξη ενός πιθανού χημειοπροληπτικού και θεραπευτικού μηχανισμού και το αποτέλεσμα του μηχανισμού αυτού σε ζωικά μοντέλα».

Η ομάδα συνεχίζει να ερευνά τους μοριακούς μηχανισμούς, την κυτταρική καλλιέργεια και τις επιπτώσεις της σιλιμπινίνης στο ζωικό μοντέλο σε σχέση με μια πιθανή κλινική δοκιμή σε ανθρώπους στον τομέα πρόληψης και θεραπείας του καρκίνου.