Μυστικά της Θεάς Εκάτης

hecate ετοιμος ορφ ύμνος Εκάτης
Σεληνιακή Θεά της εσωτερικής γνώσης και των μεταβάσεων και των αλλαγών, με εξουσία στον ουρανό, την γη, την θάλασσα, αλλά και το επέκεινα, χορηγός πλούτου, τιμών, νίκης και εύπλοιας, προστάτης των νεογέννητων, καθοδηγήτρια των ανθρώπων ως κυρία των οδών, των δίστρατων, των τρίστρατων και των εισόδων (που και τα τέσσερα συμβολίζουν τις πορεύσεις και επιλογές του ανθρωπίνου βίου), βοηθός κάθε θεσμοθετήσεως και προϊσταμένη κάθε εξαγνιστικής τελετής.
Σύμφωνα με τις διάφορες μυθολογικές εκδοχές, η Θεά Εκάτη εμφανίζεται να έχει «γεννηθεί» από:
1. Την Θεά Νύκτα (Βακχυλίδης, αποσπ. 1Β, «Εκάτα δαϊδοφόρε, Νυκτός μεγαλοκόλπου θύγατερ»)
2. Τον τιτάνα Πέρση και την τιτανίδα Αστερία (Θεογονία Ησιόδου 404, Ομηρικός Ύμνος Δήμητρος, Ψευδο-Απολλόδωρος 1.8., Λυκόφρων 1174, κ.ά.), εξ ου και «Περσηϊς», αν και σε μια εκδοχή ο πραγματικός πατέρας ήταν ο Ζευς.
3. Τον Θεό Δία και την Αστερία (κατά τον Μουσαίο, σύμφωνα με τον σχολιαστή του Απολλωνίου Ροδίου)
4. Τον Αρισταίο (κατά τον Φερεκύδη, σύμφωνα με τον σχολιαστή του Απολλωνίου Ροδίου)
5. Την Θεά Δήμητρα (σχολιαστής Απολλωνίου Ροδίου 3.467)
6. Την Λητώ (κατά τον Ευριπίδη)
7. Τον Θεό Δία και την θυγατέρα του Αιόλου Φεραία (η οποία την εγκατέλειψε σε ένα τρίστρατο, κατά τον σχολιαστή του Θεοκρίτου), εξ ου και «Φεραία».
8. Τον Θεό Δία και την Θεά Δήμητρα (και την έστειλε μάλιστα η μητέρα της να βρει την αδελφή της Περσεφόνη).
9. Τον Θεό Δία και την Θεά Ήρα.
10. Τον τιτάνα Κοίο και την τιτανίδα Φοίβη, με «αδελφές» της την Αστερία και την Λητώ.
11. Τον Τάρταρο,
Η μυθολογούμενη κυριαρχία της «Περσηϊδος» Θεάς στον ουρανό, την γη και την θάλασσα, ασκείτο ήδη από την εποχή των Τιτάνων, πριν την «Τιτανομαχία» με την οποία ανέλαβαν την διακυβέρνηση του Κόσμου οι νικητές Θεοί. Ο Ζευς απλώς τίμησε την στην πραγματικότητα «θυγατέρα» του, για την συμμετοχή της στην σύγκρουση με την πλευρά των Θεών, επικυρώνοντας την προϋπάρξασα κυριαρχία της. Αυτή με την σειρά της, βοήθησε ξανά τους Ολύμπιους στην «Γιγαντομαχία» (όπου φόνευσε τον Κλυτίο), πολεμώντας δίπλα – δίπλα με την «μητέρα» της Νύκτα.
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ
Το όνομα της Θεάς ετυμολογείται από το επίρρημα «εκάς» (μακράν), από όπου και «εκάθεν» (μακρόθεν). Στο Λεξικό Liddell & Scott ορίζεται ως η μακράν εξικνουμένη (εκ του «εξικνούμαι», δηλαδή καταλήγω, φθάνω, έχω ως όριο).
Πιθανή ετυμολογία είναι και εκείνη εκ του «εκάτερος» (ο καθένας από δύο, όχι όμως από κοινού αλλά χωριστά, το αντίθετο δηλαδή του «αμφότεροι»). Σε αυτή την περίπτωση τονίζεται ο διπλός δεσμός της Θεάς με τον κόσμο των ζωντανών και τον κόσμο των νεκρών.
ΦΥΣΗ ΤΗΣ ΘΕΑΣ
Η πυκνότητα θεοφορικών ονομάτων που παραπέμπουν στην Εκάτη και συναντάμε στην Καρία της Μικράς Ασίας (Εκαταίος, δηλαδή ο της Εκάτης, Εκατόμνους, κ.ά.), δείχνει μια φύση της Θεάς εντελώς άσχετη από «σκοτεινά» στοιχεία, τα οποία λανθασμένα της απέδωσε ο αποκρυφισμός της Ύστερης Αρχαιότητας.
Στην Θράκη τιμήθηκε αποκλειστικά ως θηλυκή πλευρά του Θεού Ερμού, προστάτη των χωρικών ορίων, των θυρών των οίκων και των πυλών των πόλεων και των Ναών («Πυλαίος» και «Προπύλαιος»), των οδών και των διόδων και τριόδων («Όδιος» και «Ενόδιος»), ο οποίος επίσης απεικονίζετο τρικέφαλος ή και τετρακέφαλος σε κάποιες περιπτώσεις («ΤΡΙΚΕΦΑΛΟΣ ΟΤΙ ΤΟ ΤΡΙΤΤΟΝ ΤΟΥ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟΥ ΛΟΓΟΥ ΑΙΝΙΤΤΙΤΑΙ… ΤΕΤΡΑΚΕΦΑΛΟΣ ΔΕ ΔΙΑ ΤΟ ΠΟΛΥΔΥΝΑΜΟΝ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ», σχολιαστής Ομήρου Ευστάθιος Θεσσαλονικεύς). Μοιράστηκε δε μαζί του και την ψυχοπομπό φύση του Ερμού, όπως και την εξουσία του τελευταίου στα τέσσερα επίπεδα («ΕΡΜΗΣ ΧΘΟΝΙΟΣ ΚΑΙ ΟΥΡΑΝΙΟΣ ΚΑΙ ΘΑΛΑΣΣΙΟΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΧΘΟΝΙΟΣ ΚΑΙ ΨΥΧΟΠΟΜΠΟΣ», ως άνω).
Αυτή η «ερμαϊκή» φύση της Θεάς υιοθετήθηκε εν συνεχεία και από άλλες ελληνικές περιοχές, και σε κάποιες από αυτές απορρόφησε στοιχεία της Θεάς Αρτέμιδος, ή της Θεάς Σελήνης (κάτι που αντανακλάται και στον Αισχύλο) ή της Θεάς Νεμέσεως με την οποία παρουσιάζει πάμπολλες ομοιότητες. Στις δύο τελευταίες περιπτώσεις, προστεθείσας του και δεισιδαιμονικού στοιχείου καθυστερημένων περιοχών ή ξένων θρησκειών του Ελληνιστικού κόσμου, η Θεά συνδέθηκε με την Μαγεία.
Σε κάποιες άλλες περιπτώσεις, η Θεά Εκάτη ταυτίστηκε και με την Δήμητρα, την Ρέα, και την Περσεφόνη, στην δε ελληνιστική και ρωμαϊκή Κρήτη ταυτίστηκε και με την Δίκτυννα. Μετά τους κλασικούς χρόνους, η Θεά άρχισε να απεικονίζεται τρίμορφη, με τρία δηλαδή πρόσωπα, κατά παρακολούθηση αντίστοιχων απεικονίσεων του Θεού Ερμού.
Βέβηλη λατρεία της Θεάς είναι η επίκλησή της κατά την Ύστερη Αρχαιότητα από, ανατολίτες κυρίως, μάγους, νεκρομάντεις και χυδαίου επιπέδου «θεουργούς», ως υποτιθέμενη θεότητα των μαγικών και νεκρομαντικών τεχνών, λόγω συγκρητισμού της με την σουμεριακή Ερεσχιγκάλ, ως ταυτόσημη της οποίας («Εκάτη Ερεσχιγκάλ») την βρίσκουμε να την επικαλείται «μαγικός πάπυρος» του 4ου αιώνα.
Στο ίδιο επίπεδο, με προέλευση ωστόσο εδώ εκ της λαϊκής δεισιδαιμονίας, είναι και ο συσχετισμός της με το υποτιθέμενο φάντασμα «Έμπουσα» (ή «Λάμια», ή «Μορμολύκειον») ή οι αναφορές του ονόματός της επάνω σε μαγικούς «καταδεσμούς». Δεν έχει ωστόσο καταγραφεί καμμία αναφορά σε ιστορικό πρόσωπο, το οποίο να λάτρευε την Θεά ως «σκοτεινή» θεότητα των μάγων και των μαγισσών.
ΙΕΡΑ – ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
Η προέλευση της λατρείας της είναι καθαρά ελληνική, με βάθος τουλάχιστον έως τον 9ο αιώνα, αφού στην «Θεογονία» του Ησιόδου (416 – 420), διαβάζουμε τα εξής: «ΚΑΙ ΓΑΡ ΝΥΝ, ΟΤΕ ΠΟΥ ΤΙΣ ΕΠΙΧΘΟΝΙΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΕΡΔΩΝ ΙΕΡΑ ΚΑΛΑ ΚΑΤΑ ΝΟΜΟΝ ΙΛΑΣΚΗΤΑΙ, ΚΙΚΛΗΣΚΕΙ ΕΚΑΤΗΝ. ΠΟΛΛΟΙ ΤΕ ΟΙ ΕΣΠΕΤΟ ΤΙΜΗ ΡΕΙΑ ΜΑΛ’, Ω ΠΡΟΦΡΩΝ ΓΕ ΘΕΑ ΥΠΟΔΕΞΕΤΑΙ ΕΥΧΑΣ ΚΑΙ ΤΕ ΟΙ ΟΛΒΟΝ ΟΠΑΖΕΙ, ΕΠΕΙ ΔΥΝΑΜΙΣ ΓΕ ΠΑΡΕΣΤΙΝ». Πέραν αυτού, ο William Berg «τελείωσε» το θέμα της προέλευσης ήδη από το 1974, με το γνωστό «Hecate: Greek or «Anatolian»?» στην επιθεώρηση «Numen» (τόμος 21, τεύχος 2, σελ. 128 – 140).
Στην Θράκη, όπως προείπαμε, προστέθηκαν απλώς στην λατρεία της κάποια έντονα «ερμαϊκά» χαρακτηριστικά. Η ελληνική λατρεία της ισχυροποιήθηκε απλώς στην Καρία, απορροφώντας κάθε προγενέστερο αυτόχθον αντίστοιχό της, επί βασιλέως Εκατόμνου (βασιλεία: 391 – 377, το θεοφορικό όνομα του οποίου εξηγεί αυτή την ισχυροποίηση), τον οποίο διαδέχθηκε ο υιός του Μαύσωλος (βασιλεία: 377 – 351).
Σπουδαιότερα κέντρα της καρικής λατρείας της Εκάτης ήσαν η μικρή πόλη Λάγινα, της οποίας η Θεά Εκάτη ήταν πολιούχος και προσφωνείτο «Σώτειρα, Μεγίστη και Επιφανεστάτη», καθώς και η εποπτεύουσα γειτονική Στρατονίκεια (το σημερινό Εσκί Χισάρ) την οποία ίδρυσε ο Αντίοχος Σωτήρ στην αριστερή όχθη του παραπόταμου του Μαιάνδρου Μαρσύα. Η Στρατονίκεια ονομαζόταν παλαιότερα Ιδριάς και αρχικώς Εκατησία (επί δε του Αντωνίνου Πίου, προστάτις της πόλεως θα είναι η τριάδα Ζευς Ύψιστος, Εκάτη Σώτειρα και Τύχη).
Αυτή ακριβώς η υψηλή θέση της Θεάς στην ελληνιστική και ρωμαϊκή Καρία, ήταν που παρέσυρε αρκετούς στο να νομίζουν ότι η λατρεία της είχε την συγκεκριμένη χώρα ως κοιτίδα. Μεγάλη διασπορά λατρευτικών της σημείων έχουμε άλλωστε και στην Φρυγία, όλα όμως έχουν αφετηρία στους ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους.
Στην νήσο Αίγινα, η Θεά είχε έναν σημαντικό Ναό. Ο Παυσανίας στα «Κορινθιακά» περιγράφει: «Οι Αιγινήτες τιμούν πιο πολύ από τους Θεούς την Εκάτη και διεξάγουν κάθε χρόνο τελετή προς τιμήν της, την οποία λένε ότι καθιέρωσε ο Θραξ Ορφεύς. Μέσα στον περίβολο υπάρχει Ναός και ξόανο, έργο του Μύρωνος, με ένα πρόσωπο και ένα σώμα. Νομίζω ότι πρώτος ο Αλκαμένης κατασκεύασε τρία αγάλματα της Εκάτης ενωμένα μεταξύ τους σ’ ένα, το οποίο οι Αθηναίοι ονομάζουν «Επιπυργιδία» και είναι τοποθετημένο κοντά στον ναό της Απτέρου Νίκης» (2.30.2).
Στην Αθήνα, η Θεά που είχε Ιερό της στην αρχή της Ιεράς Οδού, ετιμάτο σε πολλές οικιακές λατρείες μαζί με τους Δία, Ερμή, Εστία και Απόλλωνα. Στην οικιακή λατρεία ήταν προστάτιδα της ευμάρειας και της καλής τύχης των οίκων, προσφωνείτο «Καλλίστη» και έκαναν ανά έτος προς τιμήν της μία εορτή με πομπή και θυσίες στις Άγραις, σε ανάμνηση της νίκης στον Μαραθώνα. Εάν δεν υπερβάλλει η πηγή, όπως σημείωσε ο William Berg, έξω από κάθε σχεδόν αθηναϊκή οικία έστεκε ένα «Εκάτειον» ή «Εκάταιον», δηλαδή άγαλμα της Θεάς.
Άλλα σημαντικά λατρευτικά της κέντρα ήσαν η Σμύρνη, η Αλικαρνασσός, η Ηράκλεια Λάτμου, η Κνίδος, οι Τράλλεις, το Άργος (κοντά στο Ιερό των Διοσκούρων, με μαρμάρινο άγαλμα του Σκόπα και μπρούτζινο του Πολυκλείτου), το Βυζάντιον, η Αφροδισιάς (ως «Προπυλαία»), η Ρόδος (επίσης ως «Προπυλαία», μαζί με την Ερμή «Προπύλαιο» και τον Απόλλωνα «Αποτροπαίο»), η Κως, η Επίδαυρος, η Άνδρος, η Τιτάνη Σικυώνος, οι Συρακούσες, η Θάσος (με αγάλματά της και βωμούς σε 3 διαφορετικές πύλες της πόλης), ο Σελινούς (όπου προστάτευε την είσοδο του Ιερού της Δήμητρος «Μαλοφόρου», ο Πειραιάς, η Κυρήνη (μοιραζόμενη μικρό Ναό της με τον Άδη και την Περσεφόνη) και η Σαμοθράκη.
Το αρχαιότερο λατρευτικό εύρημα έχει βρεθεί στην Αθήνα και είναι ένα μικρό και ενεπίγραφο πήλινο ειδώλιο ένθρονης Εκάτης του 6ου αιώνα. Σε αρκετές περιοχές, συνηθιζόταν κάθε νουμηνία μετά τον καθαρισμό των οικιών να εκθέτουν στις τριόδους, προς τιμήν της Θεάς Εκάτης, διάφορα τρόφιμα (μελόπιτες, αυγά, ψάρια, κ.α.), τα οποία βεβαίως τρώγονταν από τα νυκτόβια ζώα και πτηνά (σπανίως δε από εξαθλιωμένους ανθρώπους που περίμεναν εκεί κοντά επ’ αυτού, παρά το ότι κάτι τέτοιο θεωρείτο εναγές). Ήσαν τα λεγόμενα «Εκαταία» ή «Εκάταια» ή «Εκατήσια» δείπνα.
Ναός της Θεάς Εκάτης, έστεκε από τον 5ο αιώνα στην είσοδο της Μιλήτου, όπου η Θεά ετιμάτο από ιδιαίτερο μουσικό θίασο και δύο βωμούς (έναν του 6ου και έναν του 1ου π.α.χ.χ. αιώνα), η δε λατρεία της συνδεόταν με εκείνη του Θεού Απόλλωνος στα Δίδυμα, με πομπή που ξεκινούσε από την Μίλητο και κατέληγε στο Ιερό και μαντείο των Διδύμων. Σε αυτή την πομπή γινόταν περιφορά 2 μυστηριωδών αντικειμένων, εκ των οποίων το ένα στεφανωνόταν, πλενόταν με άκρατο οίνο και κατετίθετο δίπλα στο άγαλμα της Εκάτης στις «πρόσθεν πύλες», ενώ το άλλο μεταφερόταν στον Ναό του Απόλλωνος. Ο πρώτος παιάνας της πομπής, απευθυνόταν στην Θεά Εκάτη.
Σύμβολά της είναι οι δύο πυρσοί, ο εκατηνός στρόφαλος, το κλειδί (που «κλειδώνει θύρες» απέναντι στους κινδύνους και «ξεκλειδώνει θύρες» στις θετικές επιδράσεις) και το ξιφίδιο. Ιερό ζώο της είναι ο σκύλος – προστάτης (όπως και στην προστάτιδα των τοκετών Θεά Ειλειθύϊα «Γενετυλλίδα») και ιερά δένδρα της η βελανιδιά, η φουντουκιά, η μαύρη λεύκα (της οποίας τα δίχρωμα φύλλα συμβολίζουν τον διπλό δεσμό της Θεάς με τον κόσμο των ζωντανών και τον κόσμο των νεκρών) και το κυπαρίσσι.
Προσφορά προς αυτήν είναι το μέλι, ιερό φυτό της ο ασφόδελος και ο ακονίτης και ιερείο της ο μαύρος ταύρος (θυσιαζόταν στην Αθήνα την κάθε πρωτοχρονιά), το μαύρο θήλυ πρόβατο, αλλά και ο μαύρος σκύλος (στην Θράκη, την Σαμοθράκη, την Βοιωτία, την Μακεδονία και την Κολοφώνα της Ιωνίας). Ο χριστιανός Ευστάθιος Θεσσαλονικεύς μεταφέρει την, εξαιτίας της ιδιότητάς του ελεγχόμενη, πληροφορία ότι της θυσίαζαν με αποτροπαϊκό σκοπό μαινίδες (σέρουλες) «ΔΙΑ ΤΟ ΔΟΚΕΙΝ ΤΗΝ ΕΚΑΤΗΝ ΜΑΝΙΩΝ ΑΙΤΙΑΝ ΕΙΝΑΙ».
Επίθετά της και επικλήσεις της είναι οι «Άγγελος», «Αποτροπαία» (αυτή που αποτρέπει και προστατεύει), «Δαδούχος», «Εινοδία» και «Ενοδία» (η των οδών), «Ηγεμόνη», «Θηρόβρομος», «Κλειδούχος» και «Κληϊδούχος», «Κουροτρόφος», «Κροκόπεπλος», «Λαμπαδηφόρος», «Νυκτερία» και  «Νυκτιπόλος», «Φύλαξ», «Πυλαία» και «Προθυραία» (στον ύμνο του Πρόκλου «Εις Εκάτην και Ιανόν»), «Σκυλακίτις» (συνοδευόμενη από σκυλιά) και «Σκυλακαγέτις», «Σώτειρα», «Ταυροπόλος», «Τριαύχενος» και «Τρικέφαλος», «Τριοδίτις» (η των τριστράτων), «Υηξίχθων» (σχίζουσα την γη),  «Φιλέρημος» και «Ουρεσιφοίτις» (δηλ. μοναχική, όπως μοναχικοί μέσα στα πλήθη πορεύονται οι «παύροι», οι ολίγοι πνευματικά εξελιγμένοι), «Φωσφόρος» (η φέρουσα το φως, «ΣΕΛΑΣ ΕΝ ΧΕΙΡΕΣΣΙΝ ΕΧΟΥΣΑ»), «Χθονία», κ.ά.
Ο Ορφικός Ύμνος της λέει τα ακόλουθα:
«ΕΙΝΟΔΙΑΝ ΕΚΑΤΗΝ ΚΛΗΪΖΩ, ΤΡΙΟΔΙΤΙΝ, ΕΡΑΝΝΗΝ, ΟΥΡΑΝΙΑΝ, ΧΘΟΝΙΑΝ ΤΕ ΚΑΙ ΕΙΝΑΛΙΑΝ, ΚΡΟΚΟΠΕΠΛΟΝ, ΤΥΜΒΙΔΙΑΝ, ΨΥΧΑΙΣ ΝΕΚΥΩΝ ΜΕΤΑ ΒΑΚΧΕΥΟΥΣΑΝ, ΠΕΡΣΕΙΑΝ, ΦΙΛΕΡΗΜΟΝ, ΑΓΑΛΛΟΜΕΝΗ ΕΛΑΦΟΙΣΙ, ΝΥΚΤΕΡΙΑΝ, ΣΚΥΛΑΚΙΤΙΝ, ΑΜΑΙΜΑΚΕΤΟΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑΝ, ΘΗΡΟΒΡΟΜΟΝ, ΑΖΩΣΤΟΝ, ΑΠΡΟΣΜΑΧΟΝ ΕΙΔΟΣ ΕΧΟΥΣΑΝ, ΤΑΥΡΟΠΟΛΟΝ, ΠΑΝΤΟΣ ΚΟΣΜΟΥ ΚΛΗΪΔΟΥΧΟΝ ΑΝΑΣΣΑΝ, ΗΓΕΜΟΝΗΝ, ΝΥΜΦΗΝ, ΚΟΥΡΟΤΡΟΦΟΝ, ΟΥΡΕΣΙΦΟΙΤΙΝ, ΛΙΣΣΟΜΕΝΟΣ ΚΟΥΡΗΝ ΤΕΛΕΤΑΙΣ ΟΣΙΑΙΣΙ ΠΑΡΕΙΝΑΙ ΒΟΥΚΟΛΩι ΕΥΜΕΝΕΟΥΣΑΝ ΑΕΙ ΚΕΧΑΡΗΟΤΙ ΘΥΜΩι».
Η ΕΚΑΤΗ ΤΩΝ ΡΩΜΑΙΩΝ
Το ρωμαϊκό αντίστοιχο της Εκάτης είναι η Θεά Τριβία (Trivia, δηλαδή «η των τριών οδών», η «Τριοδίτις»). Επειδή υιοθετήθηκε από τους Ρωμαίους κατά την Ύστερη Αρχαιότητα, υπήρξε και αυτή αντικείμενο superstitionis (δηλαδή δεισιδαιμονίας, σκοτεινής αντίληψης περί Θεών), είτε από την λαϊκή αντίληψη, είτε από τους μάγους και χυδαίου επιπέδου «θεουργούς». Επίσης, η αποκρουστική εικόνα της ως τέρατος που προκαλεί τρόμο, είναι δημιούργημα της ύστερης ρωμαϊκής λογοτεχνίας. Αντίθετα, στην αριστοκρατία της Ρώμης η Θεά λατρεύτηκε με ιδιαίτερη ευσέβεια μέχρι και τον 4ο αιώνα, με ιερείς στο ελληνικό όνομά της και σε εκείνο του Θεού Διονύσου (CIL XI 671, CIL VI 500, 504, 507, 510, 1675 και 31940).
Πηγή: Βλάσης Γ. Ρασσιάς