Διαδρομή – Του Γιώργου Χατζηδιάκου

US50

Μες στα σύννεφα κολυμπά, μπροστά του ορθώνεται  ο  ορίζοντας,  μια καμπύλη  γραμμή που πάνω της αντανακλούν,  παιχνιδίζοντας λογής, λογής  χρώματα.

Από κάτω η μάνα γη, με κουκίδα ασήμαντη του μοιάζει, 

Ανατριχίλα προκαλεί  η αίσθηση πως γύρω του  πετά συνοδεία,  μια αύρα  μια  ψυχή.

 

Φοβάται;

Δεν υπάρχει  δεύτερη σκέψη όχι, αυτή είναι η άμεση απάντηση,  η ανατριχίλα δεν είναι φόβος, άλλωστε στη ζωή του όσο το σκέφτεται, δεν ένοιωσε ποτέ  φόβο και ας βρέθηκε αρκετές φορές, μια ανάσα πριν το θάνατο.  

Οι μόνοι Φόβοι που πέρασαν από δίπλα του  και  τον άγγιξαν βαθιά  τόσο που ακόμα και τώρα  τον στοιχειώνουν  και δεν τους έχει ξεπεράσει , είναι ο φόβος  της απόρριψης, του ψέματος και τις υστεροβουλίας.

Ναι αυτά είναι  ο δικός του φόβος και  δεν θέλει  με τίποτα να τα ζει, να τα περνά, αυτά είναι που τον πληγώνουν, τον κάνουν δυστυχισμένο και είναι η αιτία να κλείνετε σταδιακά στον εαυτό του.

 

Το πέταγμα  γεννά αναρίθμητες αναμνήσεις.

Η γη τροχοπέδη, ο αέρας τον ξαλαφρώνει τον ωθεί να σκέφτεται διαφορετικά , να νοιώσει, να καταλάβει τα σημάδια που η κάθε ξεχωριστή μέρα του αφήνει.

 

Όμως κάτι τον τραβά πίσω, ψάχνεται αναρωτιέται, να δει θέλει τι είναι αυτό που  τον κάνει μονόχνοτο, μοναχικό, νιώθει πως ακόμα και αυτός ο απέραντος ουρανός, όλο μικραίνει έτσι που ασφυκτικά, τον πλακώνει.

Η αγωνία στο κατακόρυφο  

Να  φύγω , να ξεφύγω…….

Από πού; από τι ;

 

Λες και ξύπνησε απότομα από λήθαργο συνειδητοποιεί, πως τόση ώρα οδηγεί, και έχει  αφήσει τον εαυτό του επικίνδυνα ελεύθερο, να πετάξει  και να  φέρει μπροστά του τόσες αφηρημένες εικόνες, ανακατωμένες με το χτες, το τώρα και το αύριο.

 

Θυμίζει βιολί, σε θηκάρι εγκαταλελειμμένο, αραχνιασμένο, που μάταια  μια δοξαριά περιμένει αυτή που θα το αναστήσει, ζωή να του δώσει ξανά.

Δεν είναι πως πιστεύει σε αναστάσεις, σε δεύτερες ευκαιρίες πιστεύει 

Η ζέστη  ανυπόφορη αφήνει τα σημάδια της παντού το κλιματιστικό λες και δεν υπάρχει

Έξω στο δρόμο  το πλακόστρωτο ραγίζει, η πίσσα που το δρόμο σκεπάζει, ξεφλουδίζει και παρασέρνει στα ρουθούνια την  έντονη οξύ μυρουδιά της.

Τούτος ο μήνας  ζωντανεύει  καυτές αναμνήσεις, σαν την εποχή που αγάπησε  και μίσησε.

Αναρωτιέται αν είναι καλά ;

Το ρολόι κοιτά, μη και του ξεφύγουν  τα λίγα δευτερόλεπτα  που του αναλογούν αυτά τα τόσο σημαντικά συγκλονιστικά  που έπαιζαν και παίζουν ρόλο στη  ζωή του.   

Μια ανάμνηση αυτό που πόθησε, μια ανάμνηση αυτό που μέσα σ΄ ένα δευτερόλεπτο, έχασε

 

ένα μήνυμα  φτάνει,

Τι έχεις ;

Καλά είμαι, λέει

Ε καλά ….του απαντά

Πως το ξέρει αναρωτιέται,  Ότι  δεν είναι καλά ;πως ;

 

Γρήγορα περνά η ώρα, βράδιασε χωρίς να το καταλάβει

Ψηλά  στρέφει  το βλέμμα κατά τον  ουρανό, αυτός χρόνια τώρα προσπαθεί να αντιγράψει την  λάμψη των ματιών σου, μα οστό και να προσπαθεί και η αλήθεια είναι πως κάνει φιλότιμες προσπάθειες, δεν  θα τα χέει καταφέρει…..ποτέ του  δεν θα τα καταφέρει.   

 

Στο νου, βλέποντας τα άστρα, να πάλλονται σαν τα  σκιρτήματα της καρδιάς στη πρώτη σου αγάπη     , μια δική του  γλυκόπικρη ιστορία θυμήθηκε.

Σαν ήταν παιδί  τον έρωτα προσπάθησε να περάσει σε  χαρτί, μα  το χαρτί  του ξέφυγε το πήρε ο αέρας και κατέληξε σε χέρια ανέραστου,  τότε για τιμωρία δούλεψε η  βέργα  που με δύναμη έσκασε στην αναποδογυρισμένη  παλάμη των χεριών, ομολογεί πως πόνεσε ,να χαρεί  για τον θρίαμβο του με κλάμα  δεν του έδωσε.

Όμως,  βαθιά μέσα του σημάδι  χρόνων  άφησε.

Από τότε συνέχισε να γράφει, μα σαν στο τέλος έφτανε, και πριν ο ίδιος μια τελευταία μάτια τους ρίξει, χίλια κομμάτια έκανε το χαρτί , όπως και τη καρδιά του.

Τα χρόνια περάσαν,  μεγάλωσε,   δεν έμεινε ο ίδιος πολλά άλλαξαν μέσα του,  μα το σημάδι παρέμεινε σημάδι,  γιατί η βέργα που κράταγε το χέρι,  μεταμορφώθηκε σε κοινωνία, κατήγορος κριτής κάθε του πράξης, θετικής ή αρνητικής.

Από τότε ζει μέσα στη φαντασία ενός ονείρου  που μεταμορφώνεται  σε εφιάλτη 

Ώρες, ώρες νοιώθει, σαν τον μυθικό βασιλιά Μίδα,  μόνο που ότι πιάνει δεν γίνεται χρυσός ,απλά νιώθει πως μαραίνεται, χάνεται, σκιά γίνετε ή απομακρύνεται.

Ψάχνει

Μέσα στα ερείπια της ύπαρξης του , στο παρελθόν  που χάθηκε στη διαδρομή.

Ψάχνει

Κάτι οτιδήποτε  να βρει  ότι απέμεινε από αυτό που θα το κάνει, να ζήσει να χαρεί,

Φωνάζεις δυνατά να τον ακούσουν μα περισσότερο ο ίδιος, να το χωνέψει να το εμπεδώσει να το καταλάβει να το πιστέψει

Πως τη ζωή του θέλει πίσω

Την θέλει εδώ και τώρα

Αρκεί να βρει το που και το πώς

 

Γιώργος Χατζηδιάκου10920954_10205948410334470_8559926226928312664_n