Η Ελλάδα μου έμαθε να λέω «ευχαριστώ» – Η πορεία: Ιραν-Ρόδος-Αυστραλία

tmmaiosoxy3

Πίσω από τη λαμπερή εικόνα μιας δυναμικής επιχειρηματία, κρύβεται η τραγική ιστορία και οι περιπέτειες μιας νεαρής προσφυγοπούλας που έζησε στην Ελλάδα

Όταν συναντά κανείς την 32χρονη Ozy Pankhurst από το Ιράν, με τα εκφραστικά μαύρα μάτια και το μεταδοτικό χαμόγελο, είναι αδύνατο να φανταστεί ότι πίσω από τη λαμπερή εικόνα της δυναμικής επιχειρηματία, κρύβεται η τραγική ιστορία και οι περιπέτειες μιας νεαρής προσφυγοπούλας της προπερασμένης δεκαετίας.

Ευγενική και μετρημένη, η μονάκριβη κόρη της οικογένειας Pankhurst, βίωσε σε μικρή ηλικία τις συνέπειες του πολέμου και την τραγωδία της απώλειας, όταν μόλις στα οκτώ της χρόνια ο φυλακισμένος για τις πολιτικές του πεποιθήσεις 35χρονος πατέρας της, Ali, εκτελείται στη φυλακή.

«Τον επισκεπτόμουν συχνά, ώσπου μια μέρα μας ανακοίνωσαν ότι αν και ο πατέρας μου δεν είχε καταδικαστεί σε θάνατο, οι Aρχές είχαν αποφασίσει την εκτέλεση όλων των κρατουμένων, συμπεριλαμβανομένου και του ιδίου» λέει στο «Νέο Κόσμο» η Ozy, η οποία σήμερα ζει μόνιμα στη Νότια Αυστραλία.

«Μου λείπει πολύ, αλλά ανέκαθεν πίστευα -και εξακολουθώ να πιστεύω- ότι βρίσκεται πάντα κοντά μας και μας προσέχει».

Μετά την τραγική απώλεια, η οικογένεια καταθέτει αίτηση στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών για χορήγηση ασύλου στον Καναδά, το οποίο αρχικά γίνεται δεκτό, αλλά έπειτα ανακαλείται, όταν οπαδοί του κόμματος που υποστήριζε ο πατέρας της Ozy, προκαλούν επεισόδια έξω από την πρεσβεία του Ιράν στον Καναδά, καίγοντας την καναδική σημαία.

Μοναδική διέξοδος η Τουρκία και ένας Τούρκος λαθρέμπορος, που φυγαδεύει παράνομα την κυνηγημένη οικογένεια στην Ελλάδα με φουσκωτό. Χωρίς σωσίβια και παρ’ ότι ούτε η Ozy ούτε η μητέρα και τα δύο αδέλφια της ήξεραν να κολυμπούν, η ίδια δεν θυμάται να κυριεύεται από αισθήματα φόβου ή απόγνωσης, συναισθήματα υποδεέστερα της ανάγκης για επιβίωση και της ελπίδας για ένα καλύτερο αύριο.

«Ήμασταν, ούτως ή άλλως, καταδικασμένοι να πεθάνουμε, οπότε δεν είχαμε παρά να παλέψουμε για τη ζωή μας» λέει με αφοπλιστική ειλικρίνεια η Ozy.

«Θυμάμαι να ταξιδεύουμε ώρες ατελείωτες μέσα σε μια φουσκωτή βάρκα που έμπαζε νερά και να πλατσουρίζουμε γελώντας, έχοντας πλήρη άγνοια του κινδύνου, μια στάση που εν μέρει πήγαζε από το νεαρό της ηλικίας μας, αλλά και επειδή η μητέρα μας έκανε φιλότιμες προσπάθειες να μη μεταδώσει σε μας την ανησυχία και το φόβο της».

«Η βάρκα πίσω από τη δική μας βούλιαξε και πνίγηκαν όλοι οι επιβαίνοντες. Σταθήκαμε πολύ τυχεροί. Ίσως να είχαμε φύλακα άγγελο τον πατέρα μας».

Το «τυχερό» φουσκωτό πλησίασε τις φιλόξενες ακτές ενός μικρού ελληνικού νησιού, με μοναδικούς ταξιδιώτες τους απελπισμένους πρόσφυγες και τις ελπίδες που κουβαλούσαν μαζί τους. Από εκεί οι ελληνικές Aρχές τους μετέφεραν σε καταφύγιο προσφύγων στη Ρόδο.

«Οι κάτοικοι της Ρόδου μας φρόντιζαν καθημερινά προσφέροντάς μας φαγητό, είδη πρώτης ανάγκης και πολλά παιχνίδια, επιδεικνύοντας τεράστιο μεγαλείο ψυχής και υπέρμετρης καλοσύνης».

Με τελικό προορισμό την Αθήνα, η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην πλατεία Ομονοίας, όπου η Ozy πουλούσε τσιγάρα στους περαστικούς και τα αδέλφια της «Ξυστό» για να ζήσουν, γιατί, όπως λέει, η οικογένειά της δεν θα ζητιάνευε ποτέ.

«Θυμάμαι να λέμε στους περαστικούς στα Eλληνικά, ‘πάρε Ξυστό, πάρε Ξυστό’» λέει αστειευόμενη.

Λίγες μέρες αργότερα, τους πλησιάζει ο ευγενικός κ. Γιώργος και η σύζυγός του, οι οποίοι, χωρίς ίχνος σκοπιμότητας ή κίνητρο για το παραμικρό αντάλλαγμα, τους προσφέρουν καταφύγιο σε ένα από τα καταστήματά τους στην Κηφισιά, το οποίο εκείνη την περίοδο δεν λειτουργούσε.

Η Ozy φέρνει στη μνήμη της ακόμα ένα περιστατικό με Έλληνα μυστικό αστυνομικό που την συνέλαβε στην Ομόνοια επειδή πουλούσε τσιγάρα παράνομα.

«Με συνέλαβε και μου πήρε το εμπόρευμα, αλλά μόλις του είπα ότι δεν έχω μπαμπά, όχι μόνο με άφησε ελεύθερη, αλλά μου επέστρεψε και όλο το εμπόρευμα για να βγάλω το μεροκάματο».

Με χαρμολύπη αφηγείται πολλές ακόμα περιπέτειές της κατά τη διάρκεια της παραμονής της στην Ελλάδα τη δεκαετία του ’90.

«Ξέρω ότι άλλοι δεν είχαν τη δική μας τύχη, αλλά εγώ προσωπικά αγαπώ πολύ τους Έλληνες, γιατί μου έδειξαν υπέρμετρη καλοσύνη και νιώθω πάντα μια απέραντη εκτίμηση και ευγνωμοσύνη για όλα όσα μου προσέφερε η πατρίδα τους σε μια τόσο δύσκολη στιγμή.

«Ειλικρινά, δεν έχω ούτε μια άσχημη ανάμνηση από την Ελλάδα και αν υπάρχει κάτι το οποίο έμαθα από τους Έλληνες, είναι να λέω ένα εγκάρδιο ‘ευχαριστώ’».

Λίγο αργότερα, η μητέρα της Ozy, που είχε ήδη κάνει αίτηση για μετανάστευση στην Αυστραλία, βρίσκεται μπροστά στην Aυστραλιανή Πρεσβεία, με την ελπίδα να εξασφαλίσει ένα καλύτερο μέλλον για τα παιδιά της.

«Μόλις η υπάλληλος της Πρεσβείας άκουσε την ιστορία μας, είπε μόνο ‘Καλώς ήλθατε στην Αυστραλία’, δίνοντάς μας έτσι το πολυπόθητο εισιτήριο που θα μας εξασφάλιζε μια ήρεμη ζωή στην χώρα της ευκαιρίας και της ευημερίας».

Η Ozy περιγράφει όμορφες στιγμές που έχει ζήσει στην Αυστραλία παρ’ ότι, όπως μου εξομολογείται, έπεσε πολλάκις θύμα bullying από συμμαθήτριές της στο σχολείο, κυρίως λόγω της δυσκολίας στην επικοινωνία, αφού τα Αγγλικά της μικρής τότε Ozy ήταν περιορισμένα.

Θυμάται όμως και νεαρά αγόρια στη στάση του λεωφορείου να της πετούν γάλα στο πρόσωπο επειδή ήταν διαφορετική.

«Νιώθω την ανάγκη να πω απλώς ότι όλοι αξίζουμε μια δεύτερη ευκαιρία στη ζωή και ότι οι πρόσφυγες είναι απλοί άνθρωποι που αγαπούν την πατρίδα τους, αλλά οι συνθήκες τους αναγκάζουν να την εγκαταλείψουν.

«Δεν είμαστε όλοι κακοί» λέει συγκινημένη.

Σήμερα και τα τρία παιδιά της οικογένειας έχουν ολοκληρώσει τις σπουδές τους και διαπρέπουν στους τομείς που έχουν επιλέξει, κάνοντας την μητέρα τους περήφανη για όσα έχουν καταφέρει παρ’ όλες τις δυσκολίες του παρελθόντος.

Η Ozy, είναι παντρεμένη και έχει αποκτήσει δύο υπέροχες κόρες, την Willow 9 μηνών και την Alia 3.5 χρόνων. Είναι ιδιοκτήτρια τριών καταστημάτων γυναικείας ένδυσης (Azalia), που προωθεί κυρίως Αυστραλούς σχεδιαστές.

Η πολυάσχολη μαμά παραδέχεται ότι δεν θα τα είχε καταφέρει χωρίς την βοήθεια της μητέρας και του συζύγου της, ο οποίος είναι ιταλικής καταγωγής.

«Συνειδητοποιώ πόσα κοινά στοιχεία έχει η κουλτούρα μας με την ελληνική και πόσο μοιάζουμε ως λαοί όσον αφορά την οικογενειακή θαλπωρή, την αλληλεγγύη και τη φιλοξενία».

Συγκινούμαι, είναι η αλήθεια, όταν η Ozy με ρωτά με ειλικρινές ενδιαφέρον για το προσφυγικό στην Ελλάδα του σήμερα και τη δυσχερή οικονομική κατάσταση της χώρας που στο παρελθόν της φέρθηκε τόσο καλά.

«Από τη μία, αντιλαμβάνομαι πόσο δύσκολο είναι να ζεις κυνηγημένος και να παλεύεις για τη ζωή σου, αλλά, ταυτόχρονα, συμπάσχω και με την αγωνία των Ελλήνων που αδυνατούν να απορροφήσουν τόσους πρόσφυγες και αγωνίζονται να σώσουν τη χώρα τους σε τόσο δυσχερείς καιρούς».

Όταν φτάνει πλέον η ώρα να αποχαιρετήσω την Ozy, σκέφτομαι τα μαθήματα ανθρωπιάς και καλοσύνης που πήρα, συζητώντας μαζί της και ότι, ίσως, η Ozy να αγαπά την Ελλάδα περισσότερο και από ορισμένους Έλληνες που γνωρίζω.

Τη σκέψη μου διακόπτει η χαρούμενη φωνή της.

Προφέρει δυνατά, καθαρά και σχεδόν τραγουδιστά τη λέξη εκείνη μέσα στην οποία η ίδια περικλείει όλη της την τρυφερότητα και ευγνωμοσύνη για την Ελλάδα και τους Έλληνες.

«Ευχαριστώ».

neoskosmos